Γιουνάν

Κριτική Ιάκωβος Γωγάκης,
Ο σκηνοθέτης Αμίρ Φακχέρ Ελντίν έχει δει σίγουρα Αγγελόπουλο — και αυτό φαίνεται από το πρώτο πλάνο-διάρκειας, όπου η κάμερα γλιστρά πάνω σε ταπετσαρίες/μούχλα και σταματά στη σκιά του κεντρικού ήρωα, του Μουνίρ. Όπως στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» ή στη «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα», η εσωτερική αναζήτηση πορεύεται πλάι πλάι με μουντά τοπία, σύννεφα, ομίχλη και έναν τελετουργικό ρυθμό Στο «Γιουνάν» τα βλέπουμε όλα αυτά, όλα ωραία τα εικαστικά και υπέροχο το κάδρο με τις επαναλήψεις των μικρών κυμάτων και το ξαφνικό τράνταγμα των πουλιών που σηκώνονται στον αέρα σαν σήμα συναγερμού της ψυχής.
Όμως, ενώ η ταινία ξεκινά από ένα φορτισμένο πλαίσιο (Σύρος πρόσφυγας στο Αμβούργο, κρίση μελαγχολίας, αίσθηση εξορίας), αφήνει μετέωρο το “γιατί”. Το πολιτικό υπόβαθρο μοιάζει αρχικά αναγκαίο στήριγμα, αλλά μετά ξεθωριάζει και μένουν αργόσυρτες σκηνές παρατήρησης.
Ο Μουνίρ, θέλει να αυτοκτονήσει, φεύγει από το Αμβούργο φτάνει σε έναν ξενώνα μιας απομακρυσμένης περιοχής και η μυστηριώδης υπεύθυνη η Βαλέσκα του λέει « έπρεπε να κάνεις κράτηση». Στιγμή βγαλμένη από το σινεμά του Ρόι Άντερσον. Αργότερα θα του πει κάτι πιο σοφό.«Δεν χρειάζεσαι τόσο πολύ αέρα για να αναπνεύσεις». Οι πιο δυνατές στιγμές της ταινίας είναι όταν βγάζει το πιστόλι, το ξαναβάζει, σαν να φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό, όταν αδυνατεί να κάνει έρωτα με τη γυναίκα του (η επιθυμία μπλοκάρει από τη μελαγχολία)· και μετά την καταιγίδα, η νεκρή φάλαινα δίνει μια βαριά μεταφορική διάσταση.
Εικαστικά είναι υπέροχη η ταινία, αλλά δραματουργικά προτιμά τους υπαινιγμούς και αφήνει, πρώτον, και το πολιτικό ζήτημα, δεύτερον, και το ζήτημα της ξενιτιάς και τρίτον, το θέμα της ενσωμάτωσης, πλήρως ανεκμετάλλευτα. Πιο πολύ είναι το οδοιπορικό ενός άντρα που φρικάρει, μελαγχολεί και πριν τινάξει τα μυαλά του θα αναπτερωθεί από μια καινούρια γνωριμία. Όλα αυτά, αναίτια εξαντλητικά σε χρόνο, πολύ αργός και βασανιστικός ρυθμός.
Γιουνάν από την Πέμπτη 29/1 στους κινηματογράφους






