Το Μεγαλείο

Κριτική Ιακωβος Γωγάκης,
Ο Πάολο Σορεντίνο, ο Ιταλός σκηνοθέτης της «Τέλειας Ομορφιάς», καταπιάνεται ξανά με πολιτικό πρόσωπο, αλλά αυτή τη φορά όχι με υπαρκτό, όπως στο «Il Divo» για τον Αντρεότι ή στο «Loro» για τον Μπερλουσκόνι.
Στο «Μεγαλείο» (La grazia) φτιάχνει έναν φανταστικό Ιταλό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Μαριάνο Ντε Σάντις (Τόνι Σερβίλο), στις τελευταίες του στιγμές στον προεδρικό θώκο. Ο ήρωας είναι βυθισμένος στις μνήμες, στο πένθος για τη γυναίκα που έχασε πριν από σαράντα χρόνια και στο εμμονικό ερώτημα, με ποιο πρόσωπο τον απάτησε.
Η ταινία ξεκινά σχεδόν σαν μάθημα ΑΣΕΠ για τις αρμοδιότητες του Προέδρου, αρκετά κοντά και στον ελληνικό θεσμό. Τον φέρνει μπροστά σε δύο αιτήματα χάριτος. Έναν άνδρα που σκότωσε τη σύντροφό του για να τερματίσει την ψυχική της οδύνη και μια γυναίκα που σκότωσε τον κακοποιητικό σύζυγό της μετά από χρόνια παρενόχλησης και βασανισμών.
Την ίδια στιγμή, πιέζεται από τη σύμβουλο και κόρη του να υπογράψει τον νόμο για την ευθανασία, ενώ ο ίδιος φέρει σοβαρές ενστάσεις.
Υπάρχουν ενδιαφέροντες συμβολισμοί (το τραυματισμένο άλογο, το ρομποτικό σκυλί, ο δακρυσμένος αστροναύτης, η βροχή που διαλύει το πρωτόκολλο), όμως ο Σορεντίνο τους φορτώνει υπερβολικά. Κωμικές ανάσες υπάρχουν, όπως η στιγμή όπου ο ήρωας τραγουδάει ραπ ή ο μαύρος πάπας με σκούτερ. Η οπτική του γίνεται μπερδεμένη, κουραστική και τελικά αρκετά βαρετή.
Η υπαρξιακή κρίση του ήρωα, μέσα από τον παιδικό φίλο, την παλιά βοηθό Κόκο και τις σχέσεις με κόρη και γιο, μένει συχνά στην υπόνοια. Πολλές σκηνές είναι στιλιζαρισμένες χωρίς ουσία, οι διάλογοι πομπώδεις, το φινάλε ανολοκλήρωτο.
Το Μεγαλείο από την Πέμπτη 26/2 στους κινηματογράφους






