Πικρές Γιορτές

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή των μεγάλων δημιουργών όπου ενδοσκοπούν και γυρίζουν αναπόφευκτα προς τα πίσω, ίσως για να σώσουν κάτι από τον εαυτό τους πριν σβήσει. Ο Σπίλμπεργκ, ο Σορεντίνο και ο Σαμ Μέντες συγκαταλέγονται σε εκείνους που πρόσφατα ένιωσαν την ανάγκη να ανοίξουν προσωπικά συρτάρια. Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, στα 76 του χρόνια, με τη ζωή και την καριέρα του να βρίσκονται πλέον στη δύση τους, επιχειρεί κάτι ανάλογο με τις «Πικρές Γιορτές», ιδίως στο κομμάτι της έμπνευσης, του ναρκισσισμού και της δημιουργίας, παρότι η πιο βιωματική του ταινία —και σίγουρα πιο άρτια κατασκευασμένη από τις «Πικρές Γιορτές»— ήταν ο «Πόνος και Δόξα».
Στο «Πόνος και Δόξα», ο Αλμοδόβαρ τοποθετήθηκε σεναριακά και σκηνοθετικά με μεγαλύτερη καθαρότητα. Ο Σαλβαδόρ, το alter ego του, κουβαλούσε πόνους, ενοχές και μητρικά τραύματα, αλλά η ταινία διέθετε έναν σαφή εσωτερικό άξονα. Στις «Πικρές Γιορτές» το ερώτημα είναι διαφορετικό, αλλά εξίσου προσωπικό, Τι συμβαίνει όταν ένας μεγάλος δημιουργός μπλοκάρει, αλλά εξακολουθεί να θέλει να βρίσκεται στο προσκήνιο; Ο Ραούλ, σκηνοθέτης σε δημιουργική ξηρασία, αρχίζει να αντλεί σχεδόν αυτούσιες ιστορίες από τη ζωή του και από τους γύρω του, όπως από τη χρόνια βοηθό του Μόνικα και τον νεότερο σύντροφό του, ενώ τοποθετεί άλλους, ως ήρωες των έργων του, με προεξάρχουσα την Έλσα, αλλά και τον σύντροφό της, την αδελφή της και τις φίλες της.
Όμως ο Αλμοδόβαρ, ίσως και εν είδει αυτοκριτικής, δεν καταφέρνει να ενώσει οργανικά τη μυθοπλασία με τον ρεαλισμό. Για μεγάλο μέρος της ταινίας αισθανόμαστε ότι παρακολουθούμε διαφορετικές ιστορίες χωρίς καθαρό ειρμό. Η Έλσα, με τις ημικρανίες, τις κρίσεις πανικού, το πένθος για τη μητέρα της και την ανάγκη να κοιτάξει επιτέλους τις δικές της επιθυμίες, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ισχυρό δραματικό πυρήνα. Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά του Ισπανού δημιουργού χάνει μέρος της γνώριμης μαεστρίας της, εξαιτίας της επιθυμίας του να θέσει σε ισότιμη θέση τον σεναριογράφο-σκηνοθέτη και τους μυθοπλαστικούς ήρωές του.
Η πιο ουσιαστική στιγμή έρχεται στη σύγκρουση του Ραούλ με τη βοηθό του, πρώτα στο σπίτι και κυρίως στη σκηνή του καφέ. Εκεί η ταινία αποκτά ένταση, υπαρξιακή ανησυχία και ηθικό βάρος. Ποιος πληρώνει το τίμημα όταν ο δημιουργός μετατρέπει τους άλλους σε υλικό; Οι ερμηνείες των Λεονάρντο Σμπαραλιά, Αϊτάνα Σάντσες-Χιχόν και Μπάρμπαρα Λένι είναι τίμιες, η χρωματική παλέτα γνώριμη και όμορφη, όμως η ταινία κινείται διαρκώς πέρα δώθε χωρίς την απαραίτητη συνοχή. Οι «Πικρές Γιορτές» κρύβουν στον πυρήνα τους μια σπουδαία ιδέα για τον ναρκισσισμό, τη ματαιότητα της δόξας, την έμπνευση και τους ανθρώπους που παρασύρονται από τις εμμονές των δημιουργών. Η ιδέα όμως, δεν υλοποιείται μέσα από μια ξεκάθαρη και ισχυρή κινηματογραφική μεταφορά.
Πικρές Γιορτές από την Πέμπτη 4 Ιουνίου στους κινηματογράφους






