Οι Σουφραζέτες

Γράφει η Δέσποινα-Ηλέκτρα Βούλγαρη
Στο Λονδίνο του 1912 η δράση του ιστορικού φεμινιστικού κινήματος με στόχο την κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου για τις γυναίκες κορυφώνεται με πρωτοφανείς πράξεις βίας και φτάνει σε κομβικό σημείο για τη διεκδίκηση της πολιτικής ισότητας. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση αγνοούσε τις απαιτήσεις τους, οι Σουφραζέτες αποφασίζουν να πάνε ένα βήμα πιο πέρα για να ακουστούν. Οι συνέπειες δεν τις αποθαρρύνουν, υπόκεινται την αστυνομική βία, συλλαμβάνονται, κάνουν απεργια πείνας στη φυλακή. Σπάνε βιτρίνες με πέτρες, βάζουν φωτιά σε γραμματοκιβώτια, τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Αποκορύφωμα είναι ο θάνατος μιας Σουφραζετας, όταν προσπαθεί να πετάξει ένα πανό στο άλογο του βασιλιά στις ιπποδρομίες.
Ηρωίδα της ταινίας, η νεαρή Μοντ (Κάρεϊ Μούλινγκαν), η οποία μεταμορφώνεται από δειλή και φιλήσυχη εργάτρια σε μαχητική Σουφράζετα, όταν σχεδόν με το ζόρι θα πάρει μέρος στην ακρόαση της κυβέρνησης για την καθιέρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Αν και επιφυλακτική στην αρχή, η πρωταγωνίστρια παρατηρεί την αδικία και την ανισότητα μίας πατριαρχικής κοινωνίας στη δικιά της ζωή, των γυναικών γύρω της, αλλά και των προηγούμενων γενεών. Εργασία σε άθλιες συνθήκες με ελάχιστη αμοιβή, κακομεταχείριση από τους άνδρες, κανένα περιουσιακό δικαίωμα, ούτε καν δικαίωμα στο παιδί της. “Οχι λόγια, μόνο πράξεις”, θα συνειδητοποιήσει η Κάρεϊ Μούλινγκαν, ανταποκρινόμενη πλήρως στις απαιτήσεις ενός βραδυφλεγούς ρόλου με την εσωτερικότητα και την ήρεμη δύναμη που διαθέτει. Στο πλευρό της, η δυναμική, μορφωμένη φαρμακοποιός (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ), που ονειρεύεται ένα δίκαιο μέλλον για τις κόρες της, δίνει το στίγμα του αγώνα, υποστηρίζοντας ότι “ο πόλεμος ειναι η μόνη γλώσσα, που καταλαβαίνουν οι άνδρες”.
Το ιστορικό ενδιαφέρον της ταινίας δεν μένει μόνο στο γεγονός ότι πρώτη φορά μεταφέρεται η ιστορία των Σουφραζετών στη μεγάλη οθόνη, αλλά και στο ότι ιστορικές πηγές χρησιμοποιούνται προς όφελος της αφήγησης. Η σκηνοθετική ματιά της Σάρα Γκάβρον (“Η Σιδηρά Κυρία”) προσεγγίζει προσεκτικά και δίχως δισταγμό τη βία, την ταπείνωση στις φυλακές, την περιφρόνηση των γυναικών από τις οικογένειές τους. Παραμένει όμως ταινία επίπεδη, χωρίς να καταφέρνει να μεταδώσει τη φλόγα και την αγωνία, χωρίς να εμπνέει. Το αδύναμο σενάριο κρατά την ιστορία καθηλωμένη, ενώ αφηγηματικά αποτυγχάνει να αποδώσει οποιαδήποτε κλιμάκωση. Στόχος της ταινίας είναι το μήνυμα, οι ιδέες και τα ιδανικά, γεγονός που την καθιστά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη, καθώς η ισότητα των δυο φύλων, έχει επανέλθει στο προσκήνιο και στη σύγχρονη εποχή.
Εξαίρεση στο αξιόλογο γυναικείο καστ είναι ο σύζυγος της πρωταγωνίστριας (Μπεν Γουίσοου), η στάση του οποίου δεν εμβαθύνεται καθόλου, καθώς και ο χαρακτήρας ενός αστυνομικού (Μπρένταν Γκλίσον), που είναι περισσότερο αδιάφορος, παρά κακός. Ευχάριστη στιγμή στην ταινία ειναι η τρίλεπτη εμφάνιση της Μέριλ Στριπ, ως Έμιλι Πάνκχερστ, της ηγετικής μορφής του κινήματος, για να δώσει μία ενθαρρυντική ομιλία τονώνοντας το ηθικό των γυναικών.
“Οι Σουφραζέτες” από 18 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή Seven



