Ανωτέρα Βία

Δράμα, 120′, Σουηδία/Νορβηγία/Γαλλία 2014
Πρωτότυπος Τίτλος: Force Majeure/ Snow Therapy / Turist
Γλώσσα: Σουηδικά/ Αγγλικά
Του Ρούμπεν Όστλουντ
Με τους Γιοχάνες Κούνκε, Λίζα Λόβεν Κόνγκσλι, Κρίστοφερ Χίβγιου
Ενώ οι βετεράνοι Ρόι Άντερσον και Λούκας Μούντισον εξακολουθούν να παραμένουν δραστήριοι, το νέο σουηδικό σινεμά διαθέτει και μεγάλο αριθμό ταλαντούχων σκηνοθετών, με πρώτο στη σειρά τον 41 ετών Ρούμπεν Όστλουντ. Ο αεικίνητος κινηματογραφιστής σε όλες του τις ταινίες χρησιμοποιεί το στοιχείο της τραγικοκωμωδίας για να αναδείξει τις αντίξοες κοινωνικές καταστάσεις και τους προσωπικούς κλυδωνισμούς (στο “Play” ήταν η εφηβική βία και ο ρατσισμός, στις “Άγριες Κιθάρες” ήταν ο αποξενωμένος άνθρωπος, ο οποίος χρειάζεται να συνυπάρξει με άλλους και αυτό τον αναστατώνει ).

Εδώ στην ” Ανωτέρα Βία”, ο Όστλουντ έχοντας ένα μίνι- σενάριο γραμμένο πάνω σε μια κόλλα χαρτί -που μας θύμισε το θεατρικό κείμενο του επίσης Σουηδού Γιόακιμ Πίρινεν ” Η Καλή Οικογένεια” ανεβασμένο και από το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος- κατορθώνει να δημιουργήσει μια συναρπαστική ψυχολογική μελέτη για τις κοπιαστικές οικογενειακές σχέσεις, για τα ανθρώπινα “θέλω” της ευημερούσας μεσαίας τάξης, που καταπνίγονται από τη φαινομενική ασφάλεια που παρέχει ο σύγχρονος “ηθικός” αστικός τρόπος σκέψης. Παράλληλα, η πανέξυπνη κινηματογραφική κυνικότητα, που αποτυπώνεται και με τον αρχικά αγέρωχο τρόπο που ο σκηνοθέτης στήνει τους δύο ρυθμιστές ηθοποιούς της ιστορίας(Γιοχάνες Κούνκε, Λίζα Λόβενς), με τη πάροδο του χρόνου θα τους τσαλακώσει, συνθλίβοντας τα στερεότυπα για τον γάμο και τους κοινωνικά καθιερωμένους εξουσιαστικούς ρόλους των δύο φύλων. Η ταινία δεν είναι άψογη, το τέλος της είναι καρικατουρίστικο, αποπροσανατολίζει, ίσως θεωρηθεί και λίγο μισογύνικο, διατηρεί όμως το κοινό στην τσίτα και το προκαλεί να δει κατάματα τη δικιά του ζωή. Πανταχού παρούσα -έστω και με σύγχρονο μοτίβο- η θεματολογική παρακαταθήκη των συμπατριωτών του Ίψεν, Στρίντμπεργκ και Μπέργκμαν. Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο τμήμα “Un Certain Regard” του Φεστιβάλ Καννών, η υποψηφιότητα της Σουηδίας για ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Η ταινία ανοίγει σε μια οικογενειακή στιγμή . Η μητέρα ( Εύα), ο πατέρας (Τόμας ) και τα παιδιά τους ( Βέρα και Χάρι ) βρίσκονται για μια εβδομάδα διακοπών, σε χιονοδρομικό κέντρο στις Γαλλικές Άλπεις. Κατά την πρώτη μέρα διαμονής τους στο θέρετρο και καθώς γευμάτιζαν, απολαμβάνοντας το μαγευτικό χιονισμένο τοπίο, μια πελώρια μη ελεγχόμενη χιονοστιβάδα είναι έτοιμη να τους κατασπαράξει. Το τραγικό γεγονός δεν θα επισυμβεί αλλά μέσα στον πανικό που δημιουργείται, ο Τόμας προσωρινά θα εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω και στο έλεος του φαινομένου, τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά. Όταν επιστρέφει, η Εύα δεν είναι η ίδια, ο ονειρικός οικογενειακός της κόσμος έχει για τα καλά διαταραχθεί, αντιμετωπίζει το σύντροφό της εχθρικά και βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διαπόμπευση του άντρα της στους υπόλοιπους εκδρομείς. Τι είναι άραγε αυτό που ώθησε τον Τόμας να προτάξει το “εγώ” από το ” εμείς”; Ποιες είναι οι απόκρυφες επιθυμίες της γυναίκας του που αρχίζουν να αποκαλύπτονται μετά το συγκεκριμένο γεγονός; Με ποιο τρόπο προσπαθεί ο καθένας από τους δύο να κερδίσει την εύνοια των παιδιών και του κύκλου τους;
Ο σκηνοθέτης Ρούμπεν Όστλουντ στο τέταρτο κινηματογραφικό του δημιούργημα κι έχοντας βιώσει τη διαδικασία ενός διαζυγίου, καταθέτει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, χωρίς απαραίτητα στα ερωτήματα που θέτει να καταλήγει και σε οριστικά συμπεράσματα.
Είναι προφανές ότι ο χαρακτήρας του Τόμας δημιουργεί άθελα ή εσκεμμένα μια συμπάθεια για το συγκεκριμένο πρόσωπο, εν αντιθέσει με την Εύα την οποία ο θεατής θα μπορούσε να δει εχθρικά, γιατί εμφανίζεται σκληρή κι ανελέητη. Οι διαχρονικές παγιωμένες αντιλήψεις που θέλουν τον άντρα ώριμο και βράχο να προστατεύει τους γύρω του…σπάνε,
μπροστά στη δειλία, στις φοβίες, στο κλάμα, στην εσωτερική κρίση ενός εργαζόμενου συζύγου και πατέρα, που εμφανίζεται ευάλωτος κι αδύναμος σε μια δύσκολη στιγμή, εκμαιεύοντας με τη κατάρρευση του, τη συμπάθεια όσων βρίσκονται δίπλα του, πρωτίστως των παιδιών του.
Η κάμερα ορθά είναι σταθερή σε κάθε μακρινό ή κοντινό πλάνο — η μουσική είναι από Βιβάλντι και στο έργο συμμετέχουν μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς του σουηδικού σινεμά, που αποδεικνύουν τις μεγάλες τους ικανότητες, στο καυστικό ονειρόδραμα του Ρούμπεν Όστλουντ.
“Ανωτέρα Βία” από 15 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή Feelgood







