Οι Ταινίες της Εβδομάδας από την Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου στους Κινηματογράφους

Επιμέλεια-Κριτικές: Ιάκωβος Γωγάκης
1. Όλα Όσα Μάθαμε Μαζί
Μουσικό δράμα, 102, Βραζιλία 2015
Πρωτότυπος Τίτλος: The Violin Teacher/ Tudo Que Aprendemos Juntos
Γλώσσα: Πορτογαλικά , Διανομή: Δαναός
Του Σέρτζιο Μαχάντο
Με τους Λάζαρο Ράμος, Κάικε Χεσούς, Έλζιο Βιέρα
ΠΛΟΚΗ- ΚΡΙΤΙΚΗ
Η εκμάθηση βιολιού και κλασικής μουσικής, ακόμα και στις εκσυγχρονισμένες δυτικές κοινωνίες, θεωρούνται χόμπι από τα σπάνια, πόσο μάλλον να τα μαθαίνει κανείς στο λιγότερο ασφαλές μέρος του πλανήτη, μέσα στην Ηλιούπουλη ( όχι το γνωστό προάστιο της Αθήνας), σε μια βραζιλιάνικη φαβέλα, εκατομμυρίων ψυχών.
Σε ένα σχολείο και πολύ ροκ…όπως θα έλεγε και ο Λινκλέιτερ, καμιά δεκαριά μαθητές λυκείου, γρατζουνάνε φάλτσα τις χορδές των βιολιών. Η εμφάνιση ενός καθηγητή μουσικής και εξαιρετικού βιολιστή για να αναλάβει το έργο της διδασκαλίας τους, συγκρούεται με τις οδυνηρές συνθήκες επιβίωσης των νεαρών παιδιών, με το οικογενειακό τους περιβάλλον και με τη μαφία, που θέλοντας και μη εκεί δεν μπορείς να την αποφύγεις. Ο καθηγητής Λαέρτε μετά κόπων και βασάνων θα βάλει μια σχετική τάξη, θα ανακαλύψει και ένα μεγάλο ακατέργαστο ταλέντο, αλλά δεν εξαρτάται ούτε από τον καθηγητή ούτε και από τα νεαρά παιδιά, το μέλλον αυτής της ορχήστρας.
Bulling, ναρκωτικά, υπόκοσμος και η πλήρης αδιαφορία του κράτους και των βασικών κοινωνικών δομών, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα, δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τους νόμους των πολύχρωμων παραγκουπόλεων.
Οδυνηρό και διδακτικό πορτρέτο μιας κοινωνίας απίστευτων ανισοτήτων, το έργο αυτό καταφέρνει να αναδείξει τον ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο, παιδιών κυριολεκτικά ενός κατώτερου θεού, που θέλουν να δραπετεύσουν μέσα από τη μουσική, η αντίρροπη δύναμη κατά της βίας. Αυτό το στοιχείο προβάλλεται διαρκώς στο έργο, (με την υπερβολή του), όπως επί παραδείγματι η στιγμή που μια ολόκληρη ορχήστρα παίζει κλασική μουσική στο πάρτι ενός βαρώνου, ή όταν ο καθηγητής απειλείται αλλά παίζει Μπαχ και εξημερώνονται τα θηρία. Ο σκηνοθέτης κατευθύνει το έργο μέσα από συμβατικά μονοπάτια, ευκόλως αναγνωρίσιμα( θυμηθείτε το σαφώς πιο δυνατό φιλμ Dangerous Minds) και προβλεπόμενα. Από τη μία ακολουθώντας νομοτελιακά τους κανόνες του αρχαίου ελληνικού δράματος( φαίνεται από μακριά ότι θα γίνει ένα μεγάλο κακό) και από την άλλη, μιας ευχάριστης κατάληξης, αυτο-συνειδησιακού τύπου, με πρωταγωνιστή τον καθηγητή μουσικής.
ΠΛΟΚΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ
Πλησιάζοντας σιγά-σιγά τα 90, ο γεννημένος το 1930 στο Σαν Φρανσίσκο Κλιντ Ίστγουντ, ανάμεσα στις πατριωτικές κορόνες και τους ύμνους για τον Ντόναλντ Τραμπ, συνεχίζει να βρίσκεται εν –σκηνοθετική- δράσει και παραδόξως σε αυτό τον τομέα δεν φαίνεται να έχει ξεμωραθεί τελείως, όπως ας πούμε ο συνομήλικός του, ο Γκοντάρ, από μαοϊκός κατάντησε υποστηρικτής της Λεπέν.
Σίγουρα η καλύτερη κινηματογραφική του στιγμή των τελευταίων δέκα χρόνων, παραμένει το « Gran Torino» του 2008, ωστόσο, σχεδόν όλες οι μετέπειτα ταινίες του, έχουν κάτι να πουν και κάτι να αφήσουν.
Ο πιλότος Σάλυ Σάλενμπεργκερ (τον οποίο ερμηνεύει ο Τομ Χανκς), είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, ένας-κατά τον Ίστγουντ- άγνωστος στο παγκόσμιο κοινό ήρωας-έμαθε περισσότερα για αυτόν διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του-, ο οποίος έσωσε 155 επιβάτες, καθώς ήταν ο κυβερνήτης της American Airlines, οδηγώντας το συγκεκριμένο αεροπλάνο, όχι σε κάποιο δίαυλο προσγείωσης, αλλά στα παγωμένα νερά του ποταμού Χάντσον της Νέας Υόρκης, μετά από επίθεση στους δύο κινητήρες, από σμήνος πουλιών, το 2009.
Ακολούθησαν έρευνες και εξεταστικές επιτροπές,προσπαθώντας να τον κατηγορήσουν για λανθασμένη εκτίμηση και κίνηση.Είχε ή δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο να φτάσει μέχρι το κοντινότερο αεροδρόμιο; Η ταινία μέσα από το φακό του κυβερνήτη, περιγράφει τα γεγονότα και το ψυχολογικό βάρος, ενός ανθρώπου που η ζωή και η κοσμοθεωρία του, δεν είναι πια η ίδια , μετά το συγκεκριμένο συμβάν.
Ο Ίστγουντ είναι ικανός τεχνίτης του κινηματογραφικού μέσου και χειρίζεται μια ιστορία γραμμένη, μόνο πάνω σε μια κόλλα χαρτί, έξυπνα και λειτουργικά, χωρίς να μακρηγορεί.
Παίζει με τα ερεθίσματα και τις ανακλήσεις μνήμης, από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, ενός μετατραυματικού συνδρόμου του ήρωα του, όπως ακριβώς έπραξε ένα χρόνο πριν, στον « Ελεύθερο Σκοπευτή».
Ως εκ τούτου, ο Σάλυ Σάλενμπεργκερ συγκεντρώνει την προσοχή μας και στα 96 λεπτά αυτής της ταινίας, με πιο ενδιαφέρον της χαρακτηριστικό, να είναι σαφώς οι ψυχολογικές διεργασίες, ενός προσώπου-πρότυπο, για το σκηνοθέτη.
Ο Ίστγουντ αγαπάει τους κλασικούς Αμερικανούς πατριώτες και ταυτόχρονα σταθερούς οικογενειάρχες και ο Σάλενμπεργκερ, είναι ακριβώς αυτό.
Όμως, ο Ίστγουντ πορεύευται έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του και μια πανούργα τεχνική, δέλεαρ για το ευρύ κοινό, καλλιεργώντας-μέχρι το τέλος-κάποιες μικρές αμφιβολίες, κατά πόσο ο Σάλενμπεργκερ οδηγεί το αεροπλάνο στον ποταμό, είτε γιατί δεν είχε άλλη επιλογή είτε γιατί έπαιζε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, εμπιστευόμενος τις ικανότητες του( για αυτές τις ικανότητες μαθαίνουμε από τo flashback στη νεανική του ζωή), δηλαδή ρισκάροντας, θέλοντας να γίνει ο πρώτος πιλότος που προσγειώνει αεροπλάνο στο νερό, με ασφάλεια.
Αυτά τα δύο στοιχεία, χαρακτηρίζονται ως τα θετικά του έργου, ταυτόχρονα, με κάποιους εύστοχους παραλληλισμούς από τις φρικτές μνήμες των Νεοϋορκέζων-εξαιτίας αυτού του περιστατικού-, από τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους το 2001 και αυτό ,γίνεται αντιληπτό στο συγκεκριμένο έργο. Ως εδώ όλα καλά, αλλά απ’ εκεί και πέρα, δεν διεκδικεί το ” Σάλυ” άλλου είδους δάφνες.
Ξεπερασμένες και γλυκανάλατες αφηγήσεις, μια υπόγεια αλλά πραγματική διάκριση ανάμεσα στα δύο φύλα( όλες μα όλες οι γυναίκες φλερτάρουν τον Σάλενμπεργκερ, μετά την παρουσία του στα ΜΜΕ και την ηρωοποίηση του), οι άνθρωποι του κράτους και των εταιριών αναγνωρίζουν εν τέλει το λάθος τους( υπερ-απλούστευση και αφέλεια) και ένα σκοπίμως συγκινησιακό “long take shot”, της προσομοίωσης. Ο Τομ Χανκς υπερβάλει στις κινήσεις με το σώμα και με τις εκφράσεις του( ίσως καθοδηγείται έτσι), αλλά αποδίδει ικανοποιητικά το αίσθημα του μετατραυματικού σοκ.
3. Τα Χρυσά μας Χρόνια
Με τους Κεντίν Ντολμέρ Λου-Ροΐ Λεκογινέτ Ματιέ Αμαλρίκ
ΠΛΟΚΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ
Επανένωση « επί σκηνής» του σκηνοθέτη Αρνό Ντεσπλεσέν και του ηθοποιού Ματιέ Αμαλρίκ χωρίς την Εμανουέλ Ντεβός, δέκα χρόνια μετά τη συνεργασία τους, σε μια ταινία κάπως καλύτερη από αυτή εδώ, το , «My Sex Life… or How I Got into an Argument», επανεξετάζουν τώρα, περίπου τα ίδια φιλοσοφικά ζητήματα ,μιας συγκεκριμένης ύπαρξης, του Πολ. η αλήθεια με αρκετά προβλήματα.
Ο αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, η σχέση με τη μητέρα του, με την αδερφή του και βεβαίως με το κορίτσι των ονείρων του, την Έστερ, ο Πολ εξακολουθεί να είναι ένας χαρακτήρας μη δομημένος, χαοτικός αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητος και ονειροπόλος.
Ο Ντεσπλεσέν δίνει τη δυνατότητα στον Αμαλρίκ ακόμα και του αυτοσχεδιασμού και ενός ξεκάθαρου πειραματισμού. Το έργο είναι βουτηγμένο σε μια κατάσταση « Νιρβάνας» και ραθυμίας, έντονου θεωρητικού προβληματισμού του Πολ, πάνω σε μια στάση ζωής που δεν φαίνεται με τα χρόνια να αλλάζει. Μία προσωπικότητα διαμορφώνεται και παραμένει αναλλοίωτη, αντιμετωπίζοντας με τον ίδιο τρόπο, τα ίδια θέματα και διλήμματα.
Αυτή είναι και η σημασία αυτής της ταινίας, ίσως και ο μοναδικός λόγος που άρπαξε από τις Κάννες το βραβείο στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών. Όπως και να το κάνουμε, τον Ντεσπλεσέν, τα φεστιβάλ τον αγαπούν.
4.Ben-Hur
5. Hands of Stone
ΠΛΟΚΗ
O Ρόμπερτ Ντε Νίρο υποδύεται τον θρυλικό Ρέι Αρσέλ, που απογείωσε την καριέρα του Ρομπέρτο Ντουράν, του μποξέρ από τον Παναμά που κέρδισε τέσσερα παγκόσμια πρωταθλήματα και θεωρείται ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών. Ο Ντουράν, γνωστός και ως «Χέρια από Πέτρα» για την δριμύτητα των χτυπημάτων του, απέδρασε από την φτωχική του ζωή και αγωνίστηκε για πέντε δεκαετίες, κερδίζοντας 103 από τους 119 αγώνες του, αλλά έμεινε στην ιστορία για τον σοκαριστικό τρόπο με τον οποίο εγκατάλειψε τον πιο κρίσιμο αγώνα της καριέρας του.
6.Ο Κλέψας του Κλέψαντος(Ρετρό)
Από τα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γεννήθηκε ένα κινηματογραφικό κίνημα τεραστίων διαστάσεων, ο ιταλικός νεορεαλισμός, που άφησε τη σφραγίδα του, σαν ένα από τα κορυφαία ρεύματα του παγκόσμιου σινεμά. Οι ταινίες του Βισκόντι απεικόνιζαν τη συλλογική δράση μέσα από τον μαρξιστικό φακό, ο Ροσελίνι, ενώ ήταν αμέτοχος την εποχή του Μουσολίνι, αργότερα, με τη “Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη”, πήρε μια καθαρή θέση, ενώ ο Ντε Σίκα, επένδυσε αριστουργηματικά στον κοινωνικό δραματικό ρεαλισμό. Μπορεί οι ταινίες των προαναφερθέντων ιερών τεράτων της έβδομης τέχνης, να κέρδισαν βραβεία σε φεστιβάλ, δεν έκοβαν τότε πολλά εισιτήρια.
Ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες που άγγιξε τις καρδιές των μαζών, ήταν ο Μάριο Μονιτσέλι( γεννήθηκε το 1915), ο οποίος αυτοκτόνησε 95 χρόνια αργότερα, πηδώντας από το παράθυρο του νοσοκομείου στο οποίο νοσηλεύονταν.
« Ο Κλέψας του Κλέψαντος», ήταν η δεύτερη δική του κινηματογραφική επιτυχία τη δεκαετία του ’50, μία σάτιρα, για ένα φαινόμενο που άγγιζε(και αγγίζει ακόμα) του Ιταλούς και όχι μόνο, για τους καλοκάγαθους λούμπεν, γραφικούς λιμοκοντόρους, επιδιώκοντας να αρπάξουν την καλή, χωρίς να δουλέψουν, καταστρώνοντας αθώες μικροκομπίνες, ατζαμήδες πρώτης τάξεως.
Ο Μονιτσέλι στηρίζεται πάνω σε γνωστά ονόματα ( Μαστρογιάνι, Γκάσμαν) αλλά και άγνωστα της ιταλικής σκηνής( πρώτη εμφάνιση της Κλαούντια Καρντινάλε), σε μία κωμωδία, που τότε προκαλούσε γέλιο μέχρι δακρύων, σήμερα λιγότερο, αλλά σίγουρα αποτελεί μια κομβική στιγμή για το ιταλικό σινεμά, που πλέον αρχίζει να λειτουργεί και με τους κανόνες της αγοράς.
7. Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα
Με τους Ρόζαλιντ Ράσελ, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Κατίνα Παξινού, Ρέιμοντ Μάσεϊ, Κερκ Ντάγκλας , Λίο Γκεν
ΠΛΟΚΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ
Από τα χέρια του αποκαλούμενου και πατέρα του Αμερικανικού θεάτρου, Ευγένιο Ο’ Νήλ, το συγκεκριμένο έργο που γράφτηκε το 1930 θεωρήθηκε ως αριστούργημα του παγκόσμιου θεατρικού στερεώματος, με τον Ο’ Νήλ να τιμά το αρχαίο ελληνικό δράμα, πρωτίστως την Ορέστεια του Αισχύλου και δευτερευόντως, την Ηλέκτρα του Σοφοκλή.
Η υπόθεση διαδραματίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα σε ένα αμερικανικό σπίτι στη Νέα Αγγλία, μετά του τέλος του εμφυλίου, το 1865. Ο Ο’ Νήλ γράφοντας το έργο αυτό, έδειξε το δρόμο που θα χάρασσε μελλοντικά το αμερικανικό θέατρο και το σινεμά, αγκαλιάζοντας το « ρεαλισμό», δηλαδή τις οικογενειακές ιστορίες, τα πάθη, τα κρυμμένα μυστικά, με επίκεντρο τις πραγματικές ιστορίες, πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Μια σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών ( Κατίνα Παξινού), σκοτώνει τον άντρα της, με το που πατάει το πόδι του στην οικία του, μετά από χρόνια παραμονής στα χαρακώματα του πολέμου. Ταυτόχρονα, διατηρεί σχέση με νεαρότερο της άντρα και οικογενειακό φίλο. Η κόρη της (Ρόζαλιντ Ράσελ), ενθαρρύνει τον αδερφό της (Μάικλ Ρεντγκρέιβ) να βγάλουν από τη μέση, τον μυστικό εραστή της μητέρας τους.
Μίσος, απληστία, αιμομιξία, αγάπη.
Τα πάντα χωράνε σε αυτό το απίστευτο δημιούργημα του σπουδαίου θεατρανθρώπου, εδώ σκηνοθετημένο από έναν φίλο του, τον Ντάντλεϊ Νίκολς
Κι ο Νίκολς έκανε μερικά λαθάκια, που στοίχισαν στο έργο τη μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και τις διθυραμβικές κριτικές. Ακολούθησε μια συμβατική κινηματογράφηση, υπερβολικά στατική και προβλέψιμη, κατευθύνοντας τους ηθοποιούς, να ερμηνεύσουν, σαν να βρίσκονται στο θεατρικό σανίδι, αντί στο κινηματογραφικό πλατώ. Το καστ ήταν ασυναγώνιστο, η Παξινού πέντε χρόνια πριν την μεγάλη της επιστροφή στην Ελλάδα, αποδεικνύει και στο Χόλιγουντ τις μοναδικές ικανότητες της στο δράμα, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό, από το να αποτρέψει ολόκληρη τη χρεοκοπία αυτού του εγχειρήματος και την οικονομική καταστροφή. Η ταινία ήταν τρίωρη και βάλε, μονταρίστηκε ξανά στα 121λεπτά.
8.Η Πλημμύρα( Ρετρό)
Η ταινία εξελίσσεται τον 17ο αιώνα κατά τη διάρκεια της σουηδικής εισβολής κατά της πολωνικής-λιθουανικής Κοινοπολιτείας, τα έτη 1655-1658, που είναι γνωστή ως “Η Πλημμύρα” η οποία τελικά ματαιώθηκε από τις πολωνικές-λιθουανικές δυνάμεις. Ωστόσο, το ένα τέταρτο του πληθυσμού της πολωνικής-λιθουανικής Κοινοπολιτείας έχασαν τη ζωή τους μέσα από τον πόλεμο και την πανούκλα, και η οικονομία της χώρας καταστράφηκε.









