26
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
2022
screeneye.gr
No Comments 39 Views

Οι ταινίες της εβδομάδας είναι πολλές και αξιόλογες ( από 21/10)

minamata (1)

 

there is no evil(1)

1.  Δεν Υπάρχει Κακό (3.5/5)

Ένα σενάριο και μια ταινία, εμπνευσμένα από τον πιο αντιδραστικό, τον πιο αντικαθεστωτικό Iρανό σκηνοθέτη.

Ο Μοχάμαντ Ρασούλοφ, οποιαδήποτε ταινία γύρισε στο Ιράν από το 2005 και μετά, θεωρείται απαγορευμένη.

Νικητής σε πολυάριθμα Φεστιβάλ του εξωτερικού, σε Κάννες και Βερολίνο, ο Ρασούλοφ, είτε αλληγορικά -όπως έπραξε στο προ τετραετίας έργο « Ένας Ακέραιος Άνθρωπος»- είτε άμεσα, όπως πράττει τώρα, καταπιάνεται με τους ασφυκτικούς περιορισμούς που υφίστανται οι Ιρανοί. Περιορισμοί στις ελευθερίες τους. Ταυτόχρονα,  καταπιάνεται και με  χαρακτήρες ηθικούς,  που βρίσκονται αντιμέτωποι με το διεφθαρμένο κράτος, με κρεμάλες και άδικες φυλακίσεις, όπως και ο ίδιος ο  σκηνοθέτης, βιώνει το κρατικό μπούλινγκ.

Η ταινία πήρε σάρκα και οστά… στα κρυφά. Ο Ρασούλοφ, έχει εκτίσει πολύμηνες φυλακίσεις στη ζωή του, εξορίες και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Το « There is no evil» είναι ένα σκληρό δράμα, ενίοτε ακραία μελοδραματικό, αλλά ξεκάθαρο ως προς τις προθέσεις του δημιουργού.

Αφήνει στην άκρη τις αλληγορίες, οι οποίες θα τον διευκόλυναν,  να αποφύγει τις κακοτοπιές και τη λογοκρισία. Το θέμα γνωστό, τον έχει απασχολήσει και στο παρελθόν, η θανατική ποινή, μέσα από τέσσερις διαφορετικές ιστορίες, στερήσεων, φυλακίσεων, ασθενειών, αγάπης και ενός σκληρού καθεστώτος που αρνείται να αφουγκραστεί υπαρξιακά ζητήματα και ηθικές κρίσεις.

Τις  αφουγκράζονται οι ανώνυμοι Ιρανοί. Τι  όμως μπορούν να κάνουν για να είναι ελεύθεροι; Η ταινία ξεκινάει, μέσα σε ένα αμάξι και τελειώνει με ένα ονειρικό πλάνο στην έρημο. Ο εγκλεισμός και η ελευθερία. Το αυτοκίνητο, χρησιμοποιήθηκε και από τον ακτιβιστή σκηνοθέτη Τζαφάρ Παναχί, στην ταινία “Ταξί”.
Ο Ρασούλοφ, χρησιμοποίησε έναν από τους καλύτερους Διευθυντές Φωτογραφίας του Ιράν, τον Ασκάν Ασκανί, επέλεξε ηθοποιούς με πηγαίο ταλέντο, που αποτύπωσαν όλες τις ηθικές κρίσεις των χαρακτήρων.

Μια δόση χιούμορ, ίσως ήταν αναγκαία, που θα έσπαγε το δραματικό κρεσέντο αλλά και και ένα μάζεμα σεναριακό, Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

minamata (1)

2. Minamata 3.5/5

Ο μποέμικος παράδεισος για τον κορυφαίο φωτογράφο Γουίλιαμ Γιουτζίν Σμιθ((1918-197)8, ήταν όνειρο απατηλό.
Τα χρόνια της ενασχόλησής του με τους θρύλους της νεοϋορκέζικης τζαζ, του φέστιβαλ Γούντστοκ και η γνωριμία με τον Ντίλαν… εξαιρούνται.
Η Ιαπωνία τον στιγμάτισε.
Στην αποστολή του στο Τόκιο την περίοδο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου αποθανάτισε σπάνιο υλικό.
Το υλικό, θα το βρει κανείς στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Ταξίδεψε ξανά στην Ιαπωνία και το ’61 και το ’71.
Η τρίτη φορά ήταν και η πιο τραυματική. Μαζί με τη γυναίκα του, επισκέφθηκε το ψαροχώρι Minamata.
Θα έμεναν εκεί για τρεις μήνες, έμειναν εν τέλει τρία χρόνια.
Ο Σμιθ με τον φωτογραφικό του φακό κατέγραψε τις νευρολογικές ασθένειες, την παράλυση, την τύφλωση και τον θάνατο, νέων και ηλικιωμένων κατοίκων της περιοχής, εξαιτίας της έγχυσης του υδραργύρου, από χημικό εργοστάσιο , που δραστηριοποιείτο εκεί από το 1908. Χιλιάδες ήταν τα θύματα και ανυπολόγιστες οι συνέπειες για τους ντόπιους και για το περιβάλλον.
Ο σκηνοθέτης Άντριου Λεβίτας ζήτησε από τον Τζόνι Ντεπ να ενσαρκώσει τον Σμιθ.
Ο διάσημος ηθοποιός όχι μόνο αποδέχθηκε την πρόκληση, βοήθησε και στη χρηματοδότηση του έργου.
Πήρε αρκετά κιλά, άφησε γενειάδα και ερμήνευσε έναν από τους πιο ταπεινούς ρόλους της καριέρας του.
Το έργο, δεν αποτελεί μονάχα μια προσωπογραφία της τελευταίας περιόδου του Γουίλιαμ Γιουτζίν Σμιθ, αλλά ένα δριμύ κατηγορώ, για την αδιαφορία των Ιαπωνικών κυβερνήσεων, και του ξένου παράγοντα, να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, ούτως ώστε να προστατευθούν οι κάτοικοι και να κλείσει έγκαιρα η βιομηχανία.

quo (1)

3. Quo Vadis, Aida (3/5)

Η σύγχρονη πολιτική ζωή στα δυτικά βαλκάνια, εξακολουθεί να στιγματίζεται από τους πρόσφατους εμφύλιους πολέμους, τα χιλιάδες θύματα, αλλά και τον εθνικισμό, που δεν λέει να κοπάσει. Η Βοσνία βρέθηκε στο επίκεντρο, για ένα αιματοκύλισμα, άνευ προηγουμένου. Οι πρόσφατες ταινίες, αποτυπώνουν τη μία όψη της αλήθειας. Αποτυπώνουν τον Σερβικό εθνικισμό και τις εκκαθαρίσεις μουσουλμάνων,  από τους στρατηγούς του Μιλόσεβιτς. Οι Σέρβοι παρουσιάζονται ως τέρατα και οι υπόλοιποι θύματα.  Μέχρι και η Αντζελίνα Τζολί, μπήκε σε αυτή τη λογική, σκηνοθετώντας το In the Land of Blood and Honey, παίρνοντας ξεκάθαρη θέση.

Η ταινία Quo vadis, Aida, κινείται στην ίδια σφαίρα, αποτυπώνοντας κάποια από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας το 1995, μέσα από το φακό μιας μεταφράστριας των Ηνωμένων Εθνών, της Άιντα ( στο ρόλο η εξαιρετική Σέρβα ηθοποιός Τζάσνα Ντούρισιτς), η οποία αντιλήφθηκε άμεσα το τι θα ακολουθήσει και προσπάθησε να σώσει την οικογένεια της και  να  εμποδίσει το μακελειό.

Quo Vadis, δηλαδή που πηγαίνεις και γιατί τους εγκαταλείπεις. Ο τίτλος, λειτουργεί περισσότερο στη διάσταση του πληθυντικού και όχι του ατομικού, για την ευθύνη των Ολλανδικών στρατευμάτων του Ο.Η Ε και της διεθνούς κοινότητας, να αγνοήσει επί μακρόν τις σφαγές και τα χιλιάδες θύματα.

Όπως και η ταινία της Τζολί, έτσι και της Τζασμίλα Ζπάντιντς,   αφήνουν να εννοηθεί ότι στη Βοσνία, έγινε γενοκτονία από τους Σερβοβόσνιους.

Οι Σέρβοι αρνούνται αυτό τον όρο, μιλάνε και για τα δικά τους θύματα και για ξένους μισθοφόρους της Δύσης, οι οποίοι διείσδυσαν στην περιοχή για να  εξυπηρετούσαν τα σχέδια του ΝΑΤΟ και των Κροατών στην περιοχή.  Η αλήθεια στο σινεμά πολλές φορές  είναι λαβύρινθος, alone with her dreams (1)

Μόνη με τα όνειρά της (3/5)

Καθοδηγούμενος από την παράδοση τυ ιταλικού νεορεαλισμού( φτώχεια, προσωπικές τραγωδίες, εξωτερικά γυρίσματα), ο Ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Λικάτα, μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη, το ομώνυμο μυθιστόρημα του.

Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού, που ζει στη Σικελία. Οι γονείς της, αντιμετωπίζοντας ζήτημα επιβίωσης,  τη δεκαετία του ’60 μεταναστεύουν στη Γαλλία και θα αφήσουν την ανατροφή της  Λουτσία, στα χέρια της αυταρχικής γιαγιάς της, παρέα με άλλους συγγενείς, θείες, ξαδέρφες, κλπ.

Ο Λικάτα, επιλέγει να πατήσει  πάνω στις δοκιμασμένες  ράγες της ιταλικής κινηματογραφικής παράδοσης της δεκαετίας του ’40 και του 50’.  Μας θύμισε  το ιταλικό κίνημα εκείνης της εποχής, αλλά και πρόσφατες ταινίες συνομήλικων του περίπου σκηνοθετών, όπως είναι η Λάουρα Μπίσμπουρι ( Ορκισμένη Παρθένα, Η Θυγατέρα μου). Εν ολίγοις, η ταινία είχε μια ξεπερασμένη αισθητική,  όμως, μας ανταμείβει όμως, εξαιτίας κάποιων απίθανων ποιητικών στιγμών,  του νεαρού κοριτσιού με τη γιαγιά της, αλλά και όταν στην ενήλικη της ζωή, η νεαρή γυναίκα πια, θα επιστρέφει στη Σικελία. Κοινωνική και σεξουαλική καταπίεση, μυστικά, σιωπές και διάφορες όψεις τις αλήθειας, φανερώνονται συμβατικά αλλά με δόσεις όμορφου συναισθήματος,  από τον κινηματογραφικό φακό του σαραντάχρονου Πάολο Λικάτα.

 

Επικοινωνία
Γενικό e-mail επικοινωνίας screeneyefilm@gmail.com Για αποστολή δελτίων τύπου κινηματογραφικών εκδηλώσεων cine-events@screeneye.net
Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μαθένετε πρώτοι τα τελευταία νέα μας!

Back to Top