Carrie

της Κίμπερλι Πιρς
Ερώτηση: Έχει λόγο ύπαρξης ένα ριμέικ του κλασικού θρίλερ «Carrie», που δημιούργησε ο Μπράιαν Ντε Πάλμα στα 70ς;
Απάντηση: Κανέναν. Ειδικά αν είναι γυρισμένο χωρίς έμπνευση όπως αυτό της Κίμπερλι Πιρς. Κι όμως, η εν λόγω σκηνοθέτιδα είχε χαρίσει to 1999 το Όσκαρ Α ρόλου στη Χίλαρι Σουόνκ για το «Boys don’t cry»…
Η Κάρι Ουάιτ (Κλόι Γκρέις Μόρετζ), ένα ντροπαλό, κλειστό κορίτσι, ανακαλύπτει με επώδυνο τρόπο τι σημαίνει να είσαι γυναίκα. Η πρώτη περίοδος της έρχεται στο ντους του σχολείου και γίνεται περίγελως των υπόλοιπων συμμαθητριών της, όταν ζητάει, σε κατάσταση υστερίας, να τη βοηθήσουν. Οι πιο περπατημένες, με αρχηγό την αδίστακτη Κρις (Πόρσια Νταμπλντέι), θα τη γελοιοποιήσουν και θα κυκλοφορήσουν το κατάπτυστο βιντεάκι στο διαδίκτυο. Μάταια, η Κάρι θα αναζητήσει τη μητρική στοργή για να επουλώσει τις πληγές της.
Η Μάργκαρετ Ουάιτ (Τζούλιαν Μουρ) είναι μια βαθιά, θρησκόληπτη χριστιανή που θεωρεί το σεξ θανάσιμο αμάρτημα και αντιμετωπίζει το «κακό που βρήκε την κόρη της» ως μια θεόσταλτη εντολή για να βρει τρόπο να ξορκίσει το σατανά μια και καλή. Μέσα σε όλα αυτά, η Κάρι βρίσκει μια διέξοδο όταν ανακαλύπτει μια κρυφή πτυχή του εαυτού της που αγνοούσε. Διαθέτει τηλεκινητικές ικανότητες καθώς αρκεί μια απλή ματιά ή μια κίνηση του χεριού της για να σηκώσει στον αέρα όλα τα έπιπλα του σπιτιού. Εν τω μεταξύ, η Κρις αποβάλεται από την καθηγήτρια της γυμναστικής (Τζούντι Γκριρ), γεγονός που της στερεί να δικαίωμα να παρευρεθεί στο ετήσιο χορό του σχολείου, εκεί που θα παρεβρεθεί ανέλπιστα η Κάρι ύστερα από πρόσκληση του γόη της τάξης (Άνσελ Έλγκορτ)…
Με μια πρώτη σκέψη το «Carrie» με το «Boys don’t cry», το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Πιρς, έχουν τόση σχέση όσο η Κοζάνη με την… Λοζάνη. Αναζητώντας όμως τις κρυφές -μαζί με τις πιο φανερές- ομοιότητες, είναι πιθανό να εντοπιστούν ορισμένα σημεία που δεν περνούν απαρατήρητα. Και στα δύο φιλμ η πρωταγωνίστρια δεν είναι το συνηθισμένο κορίτσι. Μπορεί να κινείται σε περιθωριακή πορεία αλλά είναι φανερό ότι θέλει να έχει την αποδοχή των «κανονικών» ανθρώπων. Στο «Boys» η Τίνα Μπράντον αλλάζει όνομα και εμφάνιση στο πιο αγορίστικο Μπράντον Τίνα, επιδιώκοντας να βρει την αποδοχή στην κρύα Νεμπράσκα. Στο «Carrie» η κλειστή έφηβη κλείνει στην ντουλάπα -εκτός από την εμβρόντητη μάνα της που δεν πιστεύει στα μάτια της- τα άχαρα ρούχα του σχολικού φρικιού για να μεταμορφωθεί στην όμορφη βασίλισσα του χορού. Και στις δύο ταινίες ο μοχλός που βάζει σε κίνηση την αποφασιστικότητα των ηρωίδων είναι ο έρωτας.Μοιάζει ως τη μόνη λύση για να αποτινάξουν από πάνω τους τη σεξουαλική καταπίεση και το στίγμα της διαφορετικότητας.
Τα εφηβικά παραμύθια ενηλικίωσης όμως σπάνια έχουν happy end, κάτι που το γνωρίζει καλά ο Στίβεν Κινγκ. Ο συγγραφέας από το Πόρτλαντ γνώρισε πρώτη φορά την επιτυχία με την Carrie, που κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ στις 5 Απρίλη 1974. Ο Ντε Πάλμα λάτρεψε το βιβλίο και 2 χρόνια αργότερα οπτικοποίησε το όραμα του συγγραφέα για την καταπιεσμένη λίμπιντο σε ένα ανυπέρβλητο, αιματοβαμμένο χρονικό ενηλικίωσης που είχε την εκφραστική αμεσότητα της «απόκοσμης» Σίσι Σπέισεκ. Η Κλόι Γκρέις Μόρετζ («Άσε το κακό να μπει», «Hugo») δυστυχώς αποδείχτηκε ατυχής επιλογή για το ρόλο της Κάρι στο ριμέικ της Πιρς. Εκτός του ότι δεν διαθέτει την… παραξενιά της Σπέισεκ, αποδεικνύεται λίγη για ένα τέτοιο στιβαρό χαρακτήρα ενώ υπάρχουν σκηνές στο χαμό του φινάλε που σκορπά το θάνατο με τα χέρια της σαν να χορεύει… τσιφτετέλι! Μάλιστα σε πολλά σημεία δείχνει απόλυτα φυσιολογική και ανθρώπινη, στοιχεία που δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη για την Κάρι της Σπέισεκ. Φυσιολογική όμως δεν κρίνεται και η παράσταση της Τζούλιαν Μουρ που υποδύεται τη μητέρα της, σε μια ερμηνεία που αποδεικνύει ότι ακόμη κι οι κορυφαίοι ερμηνευτές παθαίνουν black out καμιά φορά. Η Κίμπερλι Πιρς είναι ολοφάνερο ότι παρά τις καλές προθέσεις (τι σημαίνει να είσαι διαφορετικός σε ένα τόσο σκληρό περιβάλλον όπως αυτό της σχολικής τάξης) βρίσκεται μακριά από το φυσικό της χώρο.
Έχοντας 2 μόλις ταινίες σε διάρκεια μιας δεκαπενταετίας σχεδόν (το ντεμπούτο του «Boys don’t cry» ακολούθησε μια δεκαετία αργότερα το δράμα «Stop Loss» με τους Ρ. Φίλιπς, Τσ. Τέιτουμ, Τζ. Γκ. Λέβιτ) η 46χρονη Πιρς αδυνατεί να τα βγάλει πέρα με μια μεγάλη παραγωγή της τάξης των 30 εκατομμυρίων δολαρίων. Πέρα από την κάκιστη διεύθυνση των ηθοποιών δεν έχει την αφηγηματική δεινότητα να ζωντανέψει το όραμα του συγγραφέα ή να αναμετρηθεί στα ίσα με την αριστουργηματική ταινία του Ντε Πάλμα. Μόνη καινοτομία της η χρήση των νέων μέσων (κινητά τηλέφωνα, ίντερνετ) στην πλοκή και η σπλάτερ υπερβολή στη σφαγή του τέλους. Ανώδυνα, εύπεπτα και συνεπώς ασήμαντα για περαιτέρω ανάλυσης και τα δύο…
Το ” Carrie” απο 5/12 στους κινηματογράφους σε διανομή Feelgood Entertainment










