Ομάχα

Κριτική Ιάκωβος Γωγάκης
Η Ομάχα είναι ένας τόπος που πολλοί, ακόμη και μέσα στην Αμερική, δύσκολα θα μπορούσαν να δείξουν πάνω σε έναν χάρτη. Πόσο μάλλον οι Ευρωπαίοι. Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Νεμπράσκα, μιας πολιτείας όπου το 2008 ψηφίστηκε ένας νόμος που, πίσω από την κοινωνική του διάσταση, αποκάλυψε πόσο ακραίες μπορούν να γίνουν οι ανισότητες. Γονείς κατέφθαναν στην πόλη από κάθε σημείο της χώρας, επειδή δεν μπορούσαν πλέον να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Το πιο τρομακτικό είναι ότι οι νομοθέτες υπονοούσαν —χωρίς να το γράψουν ρητά— ότι ο νόμος αφορούσε κυρίως βρέφη. Η πραγματικότητα, όμως, αποκάλυψε μια ακόμη πιο σκληρή αλήθεια: γονείς έφταναν εκεί όχι με βρέφη, αλλά με έφηβα παιδιά.
Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Κόουλ Γουέμπλι,
εμφανίζεται στην ιστορία ο Μάρτιν, ένας μελαγχολικός πατέρας που έχει χάσει τη γυναίκα του και έχει συνθλιβεί οικονομικά. Ένα πρωί ξυπνά τα δύο παιδιά του, την Έλλα και τον μικρό Τσάρλι, και φεύγει μαζί τους, παίρνοντας και τον σκύλο τους. Δεν πρόκειται για εκδρομή. Η οικογένεια έχει χάσει το σπίτι της λόγω έξωσης και ο Μάρτιν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Από την αρχή, η ιστορία βυθίζεται σε ένα φόντο θλίψης. Άδεια τοπία, χαμηλόφωνη, μελαγχολική indie και φολκ μουσική, ένας πατέρας που κουβαλά το βάρος της ήττας και φοβάται να αποκαλύψει τις σκέψεις του για το μέλλον των παιδιών του. Εκείνα, από την πλευρά τους, προσπαθούν να κρατηθούν από μικρές στιγμές ανεμελιάς, παρότι —ιδίως η Έλλα— καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα τους λέει.
Υπάρχουν σκηνές που συμπυκνώνουν έξοχα την οικονομική ασφυξία. Για παράδειγμα, όταν τα παιδιά θέλουν κάτι απλό, ένα παγωτό ή ένα γεύμα, και ο πατέρας δεν έχει χρήματα. Ή όταν η κάρτα πρόνοιας απορρίπτεται στο ταμείο, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο μπροστά στην αμηχανία της κόρης του. Ακόμη πιο δυνατή είναι η σκηνή με τη γυναίκα της υπηρεσίας πρόνοιας, όπου αποκαλύπτεται ο πραγματικός σκοπός του ταξιδιού.
Ως road movie πατέρα και παιδιών, η ταινία συγγενεύει με το Παρίσι, Τέξας και με μια σειρά ταινιών που διαπραγματεύονται τη σχέση παιδιού και γονέα. Ωστόσο, αποκλίνει καθαρά ως προς το ταξικό της φορτίο, εδώ υπάρχει φτώχεια, ντροπή και αδιέξοδο.
Παρ’ όλα αυτά, ο Γουέμπλι μένει υπερβολικά προσκολλημένος σε μια επιτηδευμένη θλίψη. Δεν εμβαθύνει αρκετά στο τι σημαίνει πραγματικά η Νεμπράσκα και ο νόμος της, ούτε δίνει στους ήρωες αρκετές αντιφάσεις πέρα από το μελόδραμα. Ο Τζον Μαγκάρο, που παρεμπιπτόντως θυμίζει φυσιογνωμικά τον Ζελένσκι, μπαίνει συχνά στο καλούπι του σκόπιμα συντετριμμένου άντρα. Εκείνη που ξεχωρίζει είναι η Μόλι Μπελ Ράιτ ως Έλλα. Με βλέμμα ώριμο, αλλά όχι αφύσικα ενήλικο, δίνει στην ταινία την πιο αληθινή της πληγή, κάτι που αποτυπώνεται με ιδιαίτερη δύναμη στο τελευταίο κάδρο.
Ομάχα από την Πέμπτη 30/4 στους κινηματογράφους






