Springsteen: Deliver Me from Nowhere

Κριτική Ιάκωβος Γωγάκης,
Η ταινία Springsteen: Deliver Me from Nowhere του Σκοτ Κούπερ επιχειρεί να σκιαγραφήσει τον «Boss» ,πριν γίνει ο θρύλος που όλοι γνωρίζουμε.
Όπως και η πρόσφατη βιογραφία του Ντίλαν, A Complete Unknown του Τζέιμς Μάνγκολντ, σταματά λίγο πριν από το άλμπουμ–σταθμό , που εκτόξευσε τη φήμη του ήρωα.
Μόνο που εκεί όπου ο Μάνγκολντ διάλεξε το λαμπερό πρόσωπο του Τιμοτέ Σαλαμέ, ο Κούπερ εμπιστεύτηκε τον Τζέρεμι Άλεν Γουάιτ, ο οποίος δίνει μια εσωστρεφή, φιλότιμη, αλλά άνιση ερμηνεία.
Η ψυχολογική του κατάρρευση είναι πειστική, όμως δυσκολεύεται να μεταφέρει το βάρος ενός καλλιτέχνη που παλεύει με τα τραύματά του – τον αλκοολικό πατέρα, τη μοναξιά, την τελειομανία.
Ο Κούπερ επιλέγει μια πιο θαμπή, βιωματική αφήγηση, γεμάτη flashbacks, που συχνά κουράζουν.
Οι ασπρόμαυρες στιγμές από την παιδική ηλικία του Μπρους –όπως η σκηνή όπου ο πατέρας τον ξυπνά για να παίξουν μποξ– θα μπορούσαν να λειτουργήσουν πιο λιτά, χωρίς επαναλήψεις. Παρ’ όλα αυτά, ο σκηνοθέτης αξίζει αναγνώρισης γιατί δείχνει τον Σπρίνγκστιν ως δημιουργό, όχι ως είδωλο.
Επικεντρώνεται στη διαδικασία γραφής, στην ανάγκη να αποτυπώσει το συναίσθημα πάνω στο τραγούδι, ακόμα κι αν ακούγεται σε πρόχειρη demo εκτέλεση.
Από τα δυνατά σημεία της ταινίας είναι η απεικόνιση της κατάθλιψης – χωρίς μελοδραματισμούς- με φυσικό ρυθμό πτώσης και ανάκαμψης.
Η μουσική, βέβαια, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής,
το Nebraska, το Mansion on the Hill και το Dancing in the Dark
δίνουν στην ταινία ψυχή και ρυθμό.
Η σκηνή στο λούνα παρκ με τη Φέι (Οντέσσα Γιανγκ) προσφέρει μια ανάσα τρυφερότητας, αν και η μεταγενέστερη κρίση στη σχέση τους, παρουσιάζεται χωρίς φυσικότητα.
Συνολικά, το φιλμ του Κούπερ δεν αγγίζει το ύφος και τη λάμψη του Ντίλαν του Μάνγκολντ, όμως καταφέρνει κάτι πιο ουσιαστικό, να μας δείξει τον Μπρους Σπρίνγκστιν ως άνθρωπο που έμαθε να μετατρέπει τον πόνο του σε μουσική λύτρωση.
Springsteen: Deliver Me from Nowhereαπό την Πέμπτη 23/10 στους κινηματογράφους




