Τα Δυο Πρόσωπα του Ιανουαρίου(The Two Faces of January)

Θρίλερ μυστηρίου, 96΄, ΗΠΑ- Μ. Βρετανία- Γαλλία 2014
Του Χοσέιν Αμίνι
Με τους Βίγκο Μόρτενσεν, Κίρστεν Ντανστ, Όσκαρ Άιζακ, Όμηρο Πουλάκη
Κλασάτο ζευγάρι αμερικανών τουριστών ανακαλύπτει τις αρχαιολογικές και άλλες ομορφιές της Ελλάδας του 1962. Η γνωριμία του μπλαζέ Τσέστερ ΜακΦάρλαντ (Βίγκο Μόρτενσεν) που το έχει σκάσει από τις ΗΠΑ καθώς διώκεται για οικονομικές απάτες και της γοητευτικής νεαρής συζύγου του Κολέτ (Κίρστεν Ντανστ), με τον Ράιντελ Κίνερ, έναν αινιγματικό αμερικανό ξεναγό που μιλάει ελληνικά (ο υποψήφιος για όσκαρ…Όσκαρ Άιζακ του «Inside Llewyn Davis») θα σηματοδοτήσει την απαρχή μιας σειράς απρόβλεπτων εξελίξεων όπου κυρίαρχη θέση έχουν το σεξ και το χρήμα. Η τυχαία δολοφονία ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ από τον απελπισμένο Τσέστερ, θα μπλέξει και τον Ράιντελ σε μια παγίδα θανάτου, όπου ο απεγκλωβισμός των θηραμάτων από αυτήν μοιάζει σχεδόν αδύνατη θυμίζοντας τον λαβύρινθο του Μινώταυρου…
Ξεκάθαρα πράγματα: ο Χοσέιν Αμίνι μπορεί να είναι ικανότατος γραφιάς όμως δεν γνωρίζει πως να διαχειριστεί σκηνοθετικά, ένα τόσο απαιτητικό υλικό όπως αυτό των «Δύο προσώπων του Ιανουαρίου». Ο βρετανοϊρανός σεναριογράφος – μεταξύ άλλων του «Drive» και του εξαίσιου «Τα φτερά της αγάπης» (η διασκευή του μυθιστορήματος του Χένρι Τζέιμς σε σκηνοθεσία Ίαν Σόφτλι)- είχε τη χρυσή ευκαιρία να μεγαλουργήσει στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του. Οι συνθήκες έμοιαζαν ιδανικές: ένα περίφημο βιβλίο γραμμένο από την Χάισμιθ το 1964, μπάτζετ που άγγιξε τα 20 εκατομμύρια δολάρια, γυρίσματα σε αυθεντικούς χώρους της Αθήνας, της Κνωσσού και της Κωνσταντινούπολης – έστω και με την κοπιαστική διαδικασία της μεταμόρφωσης τους σε κομμάτια μιας αλλοτινής εποχής-, ένα καστ που θα ζήλευαν οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Κι όμως ο Αμίνι άφησε αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη. Η αδυναμία του να αρθρώσει μια στρωτή έστω, αν όχι υποτυπώδη, αφήγηση ώστε να «ανοίξει» τον κατάλληλο δρόμο στους δυνατούς χαρακτήρες της Χάισμιθ είναι το μεγαλύτερο μείον του φιλμ.
Η κινητήρια δύναμη στα έργα της Πατρίσια Χάισμιθ είναι η μεταμόρφωση συνηθισμένων ανθρώπων κάτω από ειδικές συνθήκες σε τραγικές φιγούρες ικανές για όλα. Όπως ο Τομ Ρίπλεϊ, το δειλό, άχρωμο ανθρωπάκι που γνωρίζει τον πλούσιο και αλαζόνα Ρίκι στον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ» και από τότε αλλάζει η ζωή του, ανακαλύπτοντας τον «αμαρτωλό» αληθινό εαυτό του, έτσι και ο Ράινταλ Κίνερ είναι ένας μυστηριώδης τύπος που τα αληθινά του κίνητρα βρίσκονται καλά κρυμμένα στο σκοτάδι ακόμη και μετά τους τίτλους του τέλους. Ο άτολμος ξεναγός αρχικά «γοητεύεται» από τους λαμπερούς ταξιδιώτες. Είναι ο αέρας ανωτερότητας, η βαθιά γνώση και η φιλοσοφημένη ζωή τους ή μήπως ο αφτιασίδωτος αισθησιασμός της Κολέτ, που «τραβάει» από τη μύτη τον σαγηνευμένο Ράινταλ στον κύκλο του ζευγαριού; Όταν μάλιστα ύστερα από λίγο καιρό μπει στο κάδρο και η βαλίτσα με τα λεφτά, τότε το αίνιγμα Ράινταλ θα γίνει σταυρόλεξο μόνο για δυνατούς λύτες. Αλλά κι αυτοί δεν θα βρουν το κουράγιο να ασχοληθούν περαιτέρω με την αδύνατη δραματουργία του Αμίνι.
Η ταινία ως το βαθμό της συσχέτισης του άγριου ελληνικού τοπίου (προεξάρχουσες φυσικά οιαρχαιολογικές ομορφιές της Ακρόπολης και της Κνωσσού)με τις αδιευκρίνιστες διαθέσεις των χαρακτήρων της, βρίσκεται μέσα στους στόχους της και διατηρεί ένα σχετικό ενδιαφέρον. Από τη στιγμή όμως που το φολκλορικό στοιχείο, αυτή η κατάρα των made in Greece φιλμ, αρχίζει να επισκιάζει σχεδόν τα πάντα (μεθύσι με ούζο, δείπνο κάτω από το αττικό ολόγιομο φεγγάρι, νησιά και θάλασσα, καφές και απογευματινή εφημερίδα, χορός μέχρι πρωίας, απατεώνες ταρίφες που μαδάνε τους ξένους, μέχρι και χτύπημα χταποδιού με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου…), η ταινία παίρνει τον κατήφορο.
Μπορεί το χάδι στον αμφιβληστροειδή να διατηρεί το θέλγητρο της χαλαρωτικής, καρτποσταλικής εικόνας μιας Ελλάδας που σβήνει σιγά- σιγά αλλά αντέχει στο μύθο τηςακόμη, όμως όλη η προβληματική της Χάισμιθ διαλύεται στις επιβλητικές, σκονισμένες γωνίες της αρχαίας Κρήτης και τις αστοχίες του Αμίνι. Εκεί που ο μισανθρωπισμός, το ακατέργαστο ερωτικό πάθος και η απληστία για εξουσία κι χρήμα (μόνιμες πηγές ενασχόλησης για την αμερικανίδα Χάισμιθ) έπρεπε να βάλουν φωτιά στην οθόνη, ο σκηνοθέτης επέλεξε να προβεί σε μια απλή, ανούσια και ρουτινιάρικη καταγραφή των πεπραγμένων. Δύσκολα θα επιβίωναν ακόμη και υποκριτικοί κολοσσοί, σε μια τόσο άβολη κατάσταση. Οι Μόρτενσεν – Άιζακ το παλεύουν όσο μπορούν, η Ντανστ χάνεται κάποια στιγμή στα μέσα της διαδρομής και μετά δεν ξαναβρίσκει το δρόμο της, οι έλληνες δευτεραγωνιστές (Ο. Πουλάκης, Π. Αλειφερόπουλος, Ν. Γιωργάκης, Ευγ. Δημητροπούλου, Σ. Αλαφούζος κ.α.) θα έχουν να λένε στα εγγόνια τους για τα μυθικά βράδια που έζησαν με τον Βίγκο Μόρτενσεν στα ταβερνάκια της Πλάκας!
“Τα Δυο Πρόσωπα του Ιανουαρίου” από 19/6 στους κινηματογράφους σε διανομή Seven/Spentzos










