20
ΙΟΥΝΙΟΥ
2018
screeneye.gr
No Comments 4 Views

Πρεμιέρες… από 30 Απριλίου

movies in cinemas
Επιμέλεια- Κριτικές Ιάκωβος Γωγάκης, Ελίνα Τραιφόρου

 

1.Mommy

mommysmallp

Δράμα, 139′, Καναδάς 2014

Πρωτότυπος Τίτλος: Mommy

Γλώσσα: Γαλλικά/Αγγλικά

Του Ξαβιέ Ντολάν

Με τους Αν Ντορβάλ, Σουζάν Κλεμάν, Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν, Αλεξάντρ Γκογιέ, Πατρίκ Ιάρ, Μισέλ Λιτουάκ, Βιβιάν Πακάλ, Ναταλί Χέιμελ-Ρόι

ΠΛΟΚΗ- ΚΡΙΤΙΚΗ

O γεννημένος το 1989 στο Κεμπέκ, Ξαβιέ Ντολάν, έχοντας καταφέρει να παράξει τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους, έχοντας συλλέξει δεκάδες βραβεία και επαίνους-χαρακτηριζόμενος ως παιδί θαύμα- συνεχίζει με την πέμπτη του( Mommy), να εξερευνά -λιγότερο από το παρελθόν- την εφηβική κρίση σεξουαλικής ταυτότητας και –περισσότερο- να ιχνηλατεί, τους αλληλοσυνδεόμενους πόλους αγάπης και μίσους, ανατροφοδοτούμενος κάθε φορά-όπως και τώρα- από την προβληματική σχέση, με τη μητέρα του, την Ζενεβιέβ.

Το αρχικό πλάνο, μας εισάγει με τίτλους, σε ένα μη ρεαλιστικό γεγονός, στον Καναδά του 2015, όπου ο νόμος του κράτους δίνει τη δυνατότητα στους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους σε ένα ειδικό κέντρο για εφήβους, τύπου αναμορφωτηρίου, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες. Η Νταϊάν (Αν Ντορβάλ), χήρα και άνεργη, βρίσκεται ένα βήμα πριν την επανένωση με τον ευερέθιστο, επιθετικό αλλά ευαίσθητο 16χρόνο γιό της, τον Στιβ (Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν), με την δυσπροσάρμοστη του συμπεριφορά, (προκάλεσε εγκαύματα πρώτου βαθμού σε εργαζόμενο του ιδρύματος), να αναπτύσσεται μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Η νεαρή μητέρα δεν έχει χρήματα, δεν έχει δουλειά, αντ’αυτού έχει ένα οργισμένο παιδί, που την αγαπάει παθιασμένα, όμως οι υπαρξιακές του ανησυχίες, σε συνδυασμό με τη ψυχολογική του ανισορροπία, θα οδηγήσουν τη συμβίωση τους.. πραγματικά στα άκρα. Στο κινηματογραφικό κάδρο του Ντολάν θα προστεθεί η μούσα του, Σούζαν Κλεμάν, σε ρόλο μιας καταπιεσμένης από τα « κρυφά της θέλω», δασκάλας, της Κάιλα, που διαμένει με τον σύντροφό της απέναντι από την Νταϊάν και η στενή επαφή που θα αναπτύξει με μάνα και γιο, θα την οδηγήσει στην εξερεύνηση και του δικού της εαυτού.

Ο νεαρός σκηνοθέτης, στην επείγουσα του ανάγκη να προβάλει τα έφηβα αγριεμένα όντα, επιτυγχάνει για πρώτη φορά, να ακουμπήσει τις αντιφάσεις, το χάος και την περιπλοκότητα, κατανόησης των πράξεων των παιδιών, στο σύγχρονο- κοινωνικά και οικογενειακά- αποσταθεροποιημένο περιβάλλον που μας περιστοιχίζει. Συνέτεινε σ’ αυτό, ο ιδανικός τρόπος με τον οποίο κατεύθυνε τον ηθοποιό Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν, με την ακατάπαυστη κινητικότητα του, εντός του κάδρου και σε όλες τις εκφάνσεις της συμπεριφοράς του ( πληγωμένος άρα εδώ υπερευαίσθητος, νευρικός, βίαιος).

Από την άλλη πλευρά, η επιθυμία του να ενσωματώσει μέσα στα –υπερβολικά- 150 κινηματογραφικά λεπτά, την κοινωνική αδιαφορία( για τον Στιβ), την οικονομική δυσπραγία( της μητέρας του), την ανελευθερία εντός του γάμου(της Κάιλα), τις απωθημένες τραυματικές εμπειρίες από την απώλεια του πατέρα και το Φροϋδικό “οιδιπόδειο σύμπλεγμα”, αναμειγνύοντάς το -θα λέγαμε- και με το Λακανικό απόφθεγμα «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα», ο Ντολάν από ένα σημείο και έπειτα σκαλώνει, ανακυκλώνεται, χάνεται, μας μπερδεύει, μας κουράζει, γίνεται υπερφίαλος, υπερσυναισθηματικός, θεατρινίστικος, προσπαθεί μάταια να σοκάρει με τις άσκοπες λεκτικές συγκρούσεις και φωνασκίες των ηρώων του, είναι απολύτως λογικό να μην μπορεί να σηκώσει το φορτίο των πολυποίκιλων και δυσεπίλυτων θεμάτων που θέτει, στην ηλικία των 25 του χρόνων. Άλλωστε, το εξαιρετικό κοινωνικό σινεμά των αδερφών Νταρντέν, που δείχνει ο Ντολάν, να παίρνει στοιχεία, έφτασε στην ωρίμανσή του, όταν ήδη το σκηνοθετικό δίδυμο ήταν άνω των 40, με την « Υπόσχεση», του 1996, αλλά ακόμα και ο Αλμοδοβάρ, χρειάστηκε να πειραματιστεί αρκετά για να φτάσει στα 50 του χρόνια, να σκηνοθετεί το « Όλα για τη Μητέρα μου».

Στο τεχνικό μέρος, ο πεισματάρης Ντολάν, επέμεινε –σχεδόν- μέχρι τέλους, στη χρήση της οθόνης σε μέγεθος tablet 1: 1, δημιουργώντας μια απόσταση μεταξύ των τριών χαρακτήρων και του εξωτερικού περιβάλλοντος. Το έργο αποκτούσε άλλη δυναμική όταν το πλάνο άνοιξε 2-3 φορές, στο κλασσικό 16: 9.

Ο παθιασμένος Καναδός σκηνοθέτης έχει όλο το μέλλον μπροστά του, η μέχρι τώρα κινηματογραφική του διαδρομή αξίζει της προσοχής μας, και ιδιαίτερα οι δύο ταινίες που επικοινωνούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, το « Σκότωσα τη Μητέρα μου» (του 2009) και αυτή εδώ, χρειάζεται όμως, να κατασταλάξουν οι εμμονές του, χρειάζεται σοφία, που αποκτάται μέρα με τη μέρα και χρόνο με το χρόνο.     Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών 2014

Ι.Γ

 

Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΤΙΣ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ

 

 

2. 1001 Γραμμάρια 

1001GRAMMES

Δράμα, 93′, Νορβηγία 2014

Πρωτότυπος Τίτλος: 1001 Gram/ 1001 Grams

Γλώσσα:  Νορβηγικά/ Γαλλικά/ Αγγλικά

Του Μπεντ Χάμερ

Με τους  Αν Νταλ Τορπ, Λοράν Στοκέρ, Περ Κρίστιαν Έλεφσεν

ΠΛΟΚΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ

Η Νορβηγίδα Μαρί, ακολουθεί τα επαγγελματικά βήματα του – άρρωστου – αλλά παγκοσμίου φήμης, πατέρα της, τον οποίο θαυμάζει.. Η Μαρί εργάζεται στην Εθνική Υπηρεσία Μετρολογίας, ελέγχοντας  και στις πιο μικρές τους λεπτομέρειες,  εμπορικές κλίμακες, αντλίες βενζίνης, μετρώντας συσκευές για να τις πιστοποιήσει, ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα, σε ερευνητικά κέντρα και συνέδρια. Η προσωπική της ζωή βρίσκεται σε μια στασιμότητα και το ταρακούνημα θα έρθει, όταν σε ένα συνέδριο για το πραγματικό βάρος της  θεμελιώδους μονάδας μάζας( χιλιόγραμμο), που διεξάγεται  στο Παρίσι, θα γνωρίσει έναν επίσης ιδιόμορφο συνάδελφο της, τον Πι, τον οποίο ερωτεύεται, ξεκινώντας ένα περίεργο και πρωτότυπο παιχνίδι, καταγράφοντας το βάρος των διαφόρων της συναισθημάτων.

Ιδιόρρυθμη και εξόχως ασυνήθιστη στην φόρμα της ρομαντική κομεντί, αλληγορική από την αρχή μέχρι και το τέλος της. Ο Νορβηγός Μπεντ Χάμερ φτιάχνει μια ταινία για όσους δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματα τους, κινούμενος γύρω από τις ευαισθησίες μιας ακόμα -πιο σύγχρονης από την Αμελί – ηρωίδας, μελαγχολικής και φοβισμένης, από τον πεζό τρόπο ζωής και τους άρρωστους,ψυχή τε και σώματι, συνανθρώπους της. Ο Μπεντ Χάμερ μέσα από την προσωπικότητα της Μαρί (ζώντας μέσα από πρωτόκολλα μιας τυποποιημένης καθημερινότητας), δείχνει να ξορκίζει την κουλτούρα των βορειοευρωπαϊκών χωρών, ιδίως της πόλης του Όσλο, όπου ακόμα και τα σπίτια , οι δρόμοι, προκαλούν στον σεναριογράφο και σκηνοθέτη μια νωθρότητα, εν αντιθέσει με το Παρίσι, του φωτός, των ανοιχτών χώρων, το οποίο κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος μυθοποιεί, και ο έρωτας έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.
Παρότι, αναγνωρίζουμε την πρωτοτυπία της ιδέας και της τεχνικής αποτύπωσης, το έργο δεν μπορεί να ξεφύγει από την μονοτονία του αργόσυρτου αφηγηματικού ρυθμού, από τους δυσκίνητους διαλόγους ενός περιγραφικού επιστημονικού λόγου και τις απλοϊκές ατάκες του στιλ « Ήρθε η στιγμή να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη ».

Ι.Γ

 

 

 

3. Γυναίκα από Χρυσό

woman_in_gold_poster6_30view

Δράμα, 109′,  Η.Π.Α 2015

Πρωτότυπος Τίτλος: Woman in Gold

Γλώσσα: Αγγλικά/ Γερμανικά

Του  Σάιμον Κέρτις

Με τους Έλεν Μίρεν, Ράιαν Ρέϊνολντς, Ντάνιελ Μπριλ, Τσαρλς Ντανς, Κέιτι Χολμς, Μαξ Άιρονς, Τατιάνα Μασλάνι, Ελίζαμπεθ Μαγκόβερν

ΠΛΟΚΗ- ΚΡΙΤΙΚΗ

Η «Γυναίκα από Χρυσό» του Σάιμον Κέρτις με πρωταγωνίστρια την Έλεν Μίρεν παίχτηκε στο φεστιβάλ Βερολίνου και αποτελεί δραματοποίηση της πραγματικής ιστορίας της Μαρία Άλτμαν, η οποία με τη βοήθεια ενός δικηγόρου (Ράιαν Ρέινολντς) ζητά να της επιστραφεί ένας πίνακας του Κλιμτ, πορτρέτο της θείας της. Ο πίνακας βρίσκεται στη Γκαλερί Μπελβεντέρε και εκλάπει από το οικογενειακό σπίτι της πρωταγωνίστριας κατα τη διάρκεια της κατοχής από τους Ναζί. Έτσι αρχίζει μια περιπέτεια τόσο για τη Μαρία Άλτμαν όσο και για το νεαρό δικηγόρο από την Αμερική στη Βιέννη, μέσα από δικαστήρια και αναμνήσεις.

Παρά την άξια ερμηνευτική προσέγγιση της Έλεν Μίρεν η ταινία δεν είναι σίγουρα «από χρυσό», μάλλον από φτηνή ύλη κοπιαρισμένη χωρίς αυθεντικότητα. Κυλάει με τέτοιο τρόπο η πλοκή ώστε ακόμα και ο λιγότερο υποψιασμένος θεατής να μπορεί να προβλέψει την όλη εξέλιξη. Είναι τόσα πολλά τα κλισέ που το έργο κινείται μεταξύ βαρεμάρας και απώθησης. Ο Δαυίδ που τα βάζει με τον Γολιάθ, το καλό εναντίον του κακού στα δικαστήρια, φλασμπακ από την εποχή των Ναζί, μνήμες που προκαλούν στον δικηγόρο πείσμα να συνεχίσει και να συμπορευτεί με την ηρωίδα σ’εναν άνισο αγώνα (όμως όλοι ξέρουμε οτι θα έρθει η λύτρωση) ενώ η γυναίκα του περιμένει παιδί σε δεύτερο ρόλο ( το γνωστό «αλατοπίπερο»).

Όπως δυστυχώς συμβαίνει σε πολλές ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, σκοπός δεν είναι μια πρωτοποριακή δημιουργική σύνθεση της πραγματικότητας αλλά μια χλιαρή καταγραφή της. Ο Κέρτις τα καταφέρνει λίγο καλύτερα στην απεικόνιση του προσωπικού-οικογενειακού δράματος της Άλτμαν, την περίοδο που ζούσε στη Βιέννη, αφού προσδίδει με αυτές, τις σκηνές έντασεις, ρυθμό και ατμόσφαιρα έστω και επιδερμικά σε ένα άνευρο δικαστικό δράμα. Δεν αποφεύγει όμως τους μελοδραματισμούς στη μουσική, το διάλογο, την αφηγηματική ροή. Η επανένωση της πρωταγωνίστριας στο τέλος με αγαπημένα πρόσωπα και τον ίδιο νεότερο εαυτό της με τον ίδιο χώρο να καλύπτει παρόν και παρελθόν παρουσιάζεται ως συναισθηματικό κρεσέντο. Αν πιστεύει ο Κέρτις οτι με αυτό το τέχνασμα θα συγκινηθούμε οπωσδήποτε, μάλλον απευθύνεται σε ένα αφελές κοινό.

Ε.Τ

 

 

4. Araya

araya

Ντοκιμαντέρ, 90′, Βενεζουέλα 1959

Πρωτότυπος Τίτλος:  Araya

Γλώσσα: Ισπανικά

Της  Μαργκό Μπενασεράφ

Με τους  Χοσέ Ιγνάσιο Καμπρούχας, Λορέν Τερζιέφ

ΠΛΟΚΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ

Το ντοκιμαντέρ «Αράγια» της Μαργκό Μπενασεράφ που παίχτηκε το 1959 στις Κάννες κατάφερε να κερδίσει το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής εξ ημισείας με το «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ. Κι ενώ η ταινία του Ρενέ χαίρει εδώ και δεκαετίες κριτικής ανάλυσης και κύρους, το «Αράγια» για κάποιο λόγο χάθηκε μέσα στο χρόνο. Ήρθε τώρα όμως και πάλι η ώρα να προβληθεί ξανά, για να γνωρίσει το σημερινό κοινό, αυτό το σχετικά άγνωστο βραβευμένο ντοκιμαντέρ.

Το έργο, λαμβάνει χώρα στην «Αράγια», μια χερσόνησο στην βορειοανατολική Βενεζουέλα, όπου για 450 χρόνια από την ανακάλυψή της από τους Ισπανούς, οι άνθρωποι μάζευαν αλάτι σε μεγάλες στοίβες με μορφή πυραμίδας. Ένα κάστρο του 17ου αιώνα, απομεινάρι εναντίον των πειρατών θυμίζει τις εποχές που το αλάτι ήταν «λευκό χρυσάφι». Παρακολουθούμε τους κατοίκους στην περιοχή αυτή όπου η κάθε μέρα είναι μια συνεχή μάχη επιβίωσης με γνώμονα το αλάτι και τα ψάρια.

Υπάρχει μια ρυθμική επαναληπτικότητα στην καθημερινότητα των κατοίκων όπως καταγράφεται από την κάμερα μέσω της ανθρώπινης κίνησης στην εργασία αλλά επίσης υπάρχει και η επαναληπτικότητα στην αφήγηση, στοιχείο έντονα ποιητικό, έτσι που η ρουτίνα να αποκτά μια μουσικότητα καθώς ακούς και βλέπεις «αλάτι και ψάρι, ψάρι και αλάτι… όλη η ζωή προέρχεται από τη θάλασσα». Κι ένας ήλιος που όλο καίει.

Το πάντρεμα της εικόνας με την αφήγηση, δημιουργεί μια ιδιαίτερη εμπειρία λυρικού ρεαλισμού. Οι άνθρωποι είναι βουβοί, καθώς η Μπενεσεράφ έξυπνα αποφεύγει έναν δημοσιογραφικό διάλογο με τους εργάτες. Αντίθετα, η αφήγηση έχει έναν ειδησεογραφικό χαρακτήρα που όμως τον υπερβαίνει με μαγικό τρόπο κάνοντας αισθαντική ανάλυση πέρα από μια στεγνή καταγραφή. Ακούγονται μόνο αραιά διάλογοι στο βάθος ή τραγούδια από τα διάφορα πρόσωπα που παρελαύνουν στην οθόνη, δημιουργώντας ένα ονειρικό τοπίο. Ή πάλι όταν στο πλάνο βλέπουμε μια γυναίκα που «το βλέμμα της είναι ξηρό και φωτεινό… όπως το αλάτι». Ο θεατής κοιτάζει αποστασιοποιημένος αλλά και σαγηνευμένος ταυτόχρονα, παρατηρητής ενός άλλου κόσμου πέρα από τον αστικό πολιτισμό, όμορφος μέσα στην ασχήμια της φτώχειας. Ενός κόσμου που μάχεται και συνεργάζεται με τα στοιχεία της φύσης. Εκεί που συναντιέται η απλότητα με την σκληρότητα. Εκεί που τι ζητά ένα παιδί; «Λίγο ψάρι, λίγο καλαμπόκι και κοχύλια.» Εκεί που η κινηματογράφηση της φύσης συναντά οπτικούς συνειρμούς Μπουνιουελικού τύπου, όταν μεταφερόμαστε από τον αχινό στον κάκτο και στο θάνατο.

Η θεματολογία της ταινίας αποκτά μια επιπλέον διάσταση, στο τέλος, με την έλευση των μηχανών. Μπορεί  άραγε ο αυτοματισμός των χεριών να νικήσει τον αυτοματισμό της τεχνολογίας; Ένα χωριό με ολόκληρες οικογένειες και μέλλον, πλέον αβέβαιο. Η αλλοίωση του συστήματος παραγωγής είναι ήδη προδιαγεγραμμένη.

Ίσως, η μουσική στο «Αράγια» να φαίνεται επιδεικτική, ο τόνος της αφήγησης πολύ στιβαρός και το μοντάζ αργό για τα σημερινά δεδομένα. Πρέπει όμως, ένα έργο να αξιολογείται και με βάση την εποχή που γυρίστηκε. Παρά  αυτές τις μικροενστάσεις η Μαργκό Μπενασεράφ έχει γυρίσει μια ταινία (τη μόνη της μεγάλου μήκους) πολύ πιο ενδιαφέρουσα από πλειάδες σύγχρονων ταινιών. Ναι, «εδώ υπάρχει αλήθεια, ίσως και ποίηση».

Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Καννών 1959

Ε.Τ

 Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΤΙΣ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ

 

 

5.  Οι Εκδικητές: Η εποχή του Ultron 

avengers-2-age-of-ultron-it-s-going-to-be-bigger-better-and-with-a-lot-more-hawkeye-27a0fae2-4330-484c-9560-6fdb3afc2408

Περιπέτεια φαντασίας, 141′, Η.Π.Α 2015

Πρωτότυπος Τίτλος: Avengers: Age of Ultron

Γλώσσα: Αγγλικά

Του  Τζος Γουίντον

Με τους Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Κρις Χέμσγουορθ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Κρις Έβανς, Μαρκ Ράφαλο, Τζέρεμι Ρένερ, Τομ Χίντλστον

ΠΛΟΚΗ

Μετά την πρώτη άκρως επιτυχημένη επική περιπέτεια «Εκδικητές» η Marvel παρουσιάζει τη συνέχεια . Όταν ο Tony Stark, μετά την καταστροφή της S.H.I.E.L.D., προσπαθεί να ενεργοποιήσει ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης  που αποσκοπεί στη διατήρηση της τάξης, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά. Για την ακρίβεια, πάνε εντελώς στραβά, καθώς δημιουργεί τον Utron, ένα εξελιγμένο ρομπότ που, όμως διακατέχεται από ιδέες μεγαλείου. Οι πανίσχυροι υπερασπιστές του πλανήτη Γη πρέπει να συνασπιστούν κατ’ επειγόντως, για να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Καθώς ο μοχθηρός Ultron εγείρεται εναντίον της ανθρωπότητας, οι Εκδικητές είναι οι μοναδικοί που μπορούν να αποκρούσουν τα φρικτά σχέδιά του.  Περίεργες και ύπουλες συμμαχίες θα προκύψουν και θα προλειάνουν το έδαφος για μια μοναδική παγκοσμίου βεληνεκούς τιτανομαχία.

 

 

RELATED ARTICLES

Επικοινωνία
Γενικό e-mail επικοινωνίας screeneyefilm@gmail.com Για αποστολή δελτίων τύπου κινηματογραφικών εκδηλώσεων cine-events@screeneye.net
Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μαθένετε πρώτοι τα τελευταία νέα μας!

Back to Top