20
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
2018
screeneye.gr
No Comments 20 Views

Γιώργος Λάνθιμος

lanthimosone

 

lanthimosone

 

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Μετά λόγου γνώσεως των φεστιβαλικών πραγμάτων της τελευταίας εξαετίας, δεν μπορώ να βρω κάποια άλλη περίπτωση, σαν αυτή του Γιώργου Λάνθιμου, όπου μετά το πέρας της προβολής ενός δικού του έργου, να έχει υπάρξει τόσο έντονη συζήτηση, με τους κριτικούς να χωρίζονται σε στρατόπεδα, άσπρο ή μαύρο, μέρα να λέει ο ένας, νύχτα ο άλλος.

Είναι ή δεν είναι, ο ηγέτης του νέου ελληνικού (weird) κινηματογραφικού ρεύματος; Μπορεί να εξελιχθεί σαν o κορυφαίος εκπρόσωπος του σύγχρονου ευρωπαϊκού σουρεαλιστικού σινεμά;

Οι του χώρου, Άγγλοι και Αμερικάνοι συνήθως τον επαινούν, οι Γάλλοι, είναι επιφυλακτικοί, σε μια άτυπη διαμάχη  πολλών δεκαετιών, δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κινηματογραφικών παραδόσεων, που θα περίμενε κανείς να αντιμετώπιζαν τον έλληνα σκηνοθέτη, από την ακριβώς αντίθετη οπτική γωνία. Ένας Γάλλος δημοσιογράφος κι ένας Αμερικάνος, σπάνε αυτό το στερεότυπο, μα και πάλι διαφωνούν.

Ο Ρομέν Λε Βερν του γαλλικού δικτύου TF1 χαρακτηρίζει τις ταινίες του κάτι περισσότερο από εντυπωσιακές και το στιλ τους,  να διατηρεί εξαιρετικούς δεσμούς, με τον πρωτοποριακό κινηματογράφο, του Λουί Μπουνιουέλ . Αντίθετα, ο Άντονι Λέιν του περιοδικού New Yorker, ειρωνεύεται την τάση του Λάνθιμου να διαχωρίζει τη διαστροφή από το φύλο, θεωρώντας την αφήγηση  του επιφανειακή και ηθικολογική.

Ο γραφών αυτού του αφιερώματος, έχει πολλάκις σταθεί απέναντι στο επιδεκτικά διανοουμενίστικο ύφος του «Κυνόδοντα» και των «Άλπεων» , αναγνωρίζοντας όμως τον καθαρό, ρεαλιστικό κι ορθά επιθετικό τρόπο, που σκιαγραφούνται οι μορφές και τα προβλήματα της ελληνικής οικογένειας. Αυτό το τελευταίο στοιχείο,  δεν θα το δούμε  στο πρώτο αγγλόφωνο του φιλμ και βραβευμένο στις Κάννες  « Αστακό», θα αναφερθούμε εκτενώς στις 22/10,  τότε που θα βγει η ταινία στους κινηματογράφους της χώρας μας.

lobster

Τα πρώτα του βήματα…

είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Γεννήθηκε το ‘73 στην Αθήνα, πήγε σχολείο στου Μωραίτη και σπούδασε στα μέσα του ’90, στη Σχολή Σταυράκου. Αναμείχθηκε σε πειραματικές θεατρικές ομάδες, φτιάχνοντας τα βίντεο των παραστάσεων τους. Ασχολήθηκε επί μακρόν(10 έτη) με τις τηλεοπτικές διαφημίσεις και μία από τις πολλές γνωριμίες εκείνης της εποχής του 2000, ήταν κι ο Λάκης Λαζόπουλος, συν-σκηνοθετώντας μαζί του, τη χαλαρή εμπορική κωμωδία « Ο Καλύτερος μου Φίλος».

Μετά  την παρότρυνση,  της καλής του φίλης Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη (δίνοντας του αργότερα και μικρό ερμηνευτικό ρόλο, στο βραβευμένο στη Βενετία δικό της «Attenberg» του 2010), μπήκε ως μέλος της δημιουργικής ομάδας του Δημήτρη Παπαϊωάννου, που σχεδίασε την τελετή έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

« Ήταν για μένα μια εμπειρία χρήσιμη κι ενδιαφέρουσα, η συνεργασία με καλλιτέχνες από διαφορετικά είδη της τέχνης, για να παραχθεί ένα τόσο εντυπωσιακό αποτέλεσμα», ανέφερε σε μια συνέντευξη του, για το συγκεκριμένο πρότζεκτ.

Ο επόμενος χρόνος θα τον βρει, να έχει ήδη έτοιμη την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, την « Κινέττα» και να ξεκινά δειλά δειλά να ακούγεται το όνομα του, στα κινηματογραφικά στέκια της Ελλάδος και του εξωτερικού. Το πρώτο βραβείο στο τμήμα « Ένα Κάποιο Βλέμμα» των Καννών και η υποψηφιότητα του  «Κυνόδοντα» στα Όσκαρ, δύο χρόνια αργότερα, τον οδήγησε μόνιμα πια στο Λονδίνο, για να κτίσει βήμα βήμα, την διεθνή καριέρα που οραματίστηκε.

Κινέττα(2005)

kinetta

Είναι η λιγότερο γνωστή του σόλο ταινία, είναι η μία και μοναδική, που το σενάριο δεν το συν-υπογράφει με τον  Ευθύμη Φιλίππου, αλλά με τον Γιώργο Κακανάκη, δεν πρωταγωνιστεί επίσης η μούσα του και μετέπειτα σύντροφός του, Αριέν Λαμπέντ, όμως η  Τσαγγάρη είναι πανταχού παρούσα, στα πρώτα του βήματα, αναλαμβάνοντας την παραγωγή της ταινίας, μετά την απόρριψη της από το ΕΕΚ,  φτάνοντας μέχρι το Φεστιβάλ του Τορόντο.

Πως συνδέεται η ζωή μιας νεαρής καθαρίστριας ξενοδοχείου στην παραθαλάσσια  Κινέτα(Ευαγγελία Ράντου), με κάποιους Ταϊλανδούς εργάτες κι έναν φωτογράφο(Άρη  Σερβετάλη); Πρόσωπο κλειδί της ιστορίας, είναι ένας αστυνομικός (Κώστας Ξικομηνός), χρησιμοποιώντας τους, για την αναπαράσταση φόνων, που συγκλόνισαν την περιοχή.

Ο Γιώργος Λάνθιμος αποδεικνύει σε αυτή την χαμηλών τόνων και προσδοκιών ταινία, μια συνέπεια στο κινηματογραφικό στιλ που ακολουθεί διαχρονικά( απουσία ονομάτων, απουσία λεκτικής επικοινωνίας, συγκεκριμένος χώρος, αποστασιοποιημένες συναισθηματικές αντιδράσεις, γυναίκα θύμα, αινιγματικοί χαρακτήρες, πινελιές παράλογου χιούμορ), θέτοντας σε πρώτο πλάνο το παιχνίδι ρόλων των δύο φύλων, το θέμα των ταυτοτήτων και μια  πρώιμη  αλλά καθαρή σαρκαστική-δηκτική διάθεση, να περιγελάσει τις αντιλήψεις των συμπατριωτών του, θύματα ενός καλουπωμένου-περιχαρακωμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, προσπαθώντας να ξεφύγουν από την πραγματικότητα, κατασκευάζουν ρόλους. Μια εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, που έκανε κάποιους κριτικούς του εξωτερικού, να θυμηθούν την «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Κυνόδοντας (2009)

dogtooth

Η ασφυχτική σχέση των ελλήνων γονέων με τα παιδιά τους, η αυταρχική πατριαρχική φιγούρα, η αναπόφευκτη σεξουαλική αφύπνιση των τέκνων τους, δίνεται από τον Λάνθιμο  πέρα από τις κινηματογραφικές συμβάσεις, μακάβρια, σουρεαλιστικά, με στατικές λήψεις κι άρτια χορογραφία, σε μια ταινία που διαθέτει τα τρικ της και τα σκοτεινά της σημεία,  παρά τις επιμέρους μας ενστάσεις, είναι γροθιά στο στομάχι και καθρέφτης μιας κοινωνίας, που δεν λέει να δει, πέρα από τον μικρόκοσμο της.

Ένα απομονωμένο σπίτι,  τρία ενήλικα παιδιά (Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαίρη Τσώνη), ευνουχισμένα από τον έξω κόσμο, διδάσκονται γράμματα και τα επιμέρους της ζωής, όπως επιθυμούν οι γονείς τους (Χρήστος Στέργιογλου,Μισέλ Βάλεϊ).

Η υπόθεση της ταινίας θύμισε την ιστορία του αυστριακού πα-τέρα, Γιόζεφ Φριτσλ που βίαζε συστηματικά την κόρη του, μια αποκάλυψη, που έγινε λίγους μήνες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα του « Κυνόδοντα». Οι μυημένοι σινεφίλ, θυμήθηκαν επίσης το « Κάστρο της Αθωότητας» του Αρθούρο Ριπστάιν, με τον έλληνα σκηνοθέτη να δηλώνει στον δημοσιογράφο Τζοσουά Σιαπλίσκι, πως  δεν υπήρξε καμιά τέτοια επιρροή, από τη στιγμή που δεν είχε δει ολόκληρη την ταινία του μεξικάνου σκηνοθέτη.

Το ανθρώπινο ψέμα που οδηγεί στην ακραία βία, η έλλειψη πολλών κινήσεων, κάνοντας τον θεατή να μην αποσπάται από τα επιμέρους του σινεμά, οδήγησε  μια άλλη ομάδα θεωρητικών να πουν, πως  το σινεμά του Λάνθιμου ακολουθεί τα αχνάρια του Μίκαελ Χάνεκε και κάποιοι άλλοι να βάλουν δίπλα δίπλα το «Dogville» του Τριερ με το «Dogtooth» του Λάνθιμου, στηριζόμενοι στο κοινό σημείο της μπρεχτικής αποστασιοποίησης, των αντιφατικών αινιγματικών καταστάσεων, με μια χροιά άκρως πολιτική. Οι ακαθάριστες εισπράξεις της ταινίας σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική, ξεπέρασαν τα 2 εκατομμύρια δολάρια.

Άλπεις (2011)

alpeis

Ακολουθώντας τα σοφά λόγια του Γούντι Άλεν “Το μυστικό της επιτυχίας είναι να είσαι διαφορετικός από τους άλλους”, ο Γιώργος Λάνθιμος σίγουρα με τον« Κυνόδοντα» έδωσε μια άλλη διάσταση στη φόρμα του ελληνικού αλλά και ευρωπαϊκού σινεμά. Η επιτυχημένη συνταγή δεν άλλαξε ούτε με τις «Άλπεις», μια ιστορία «φαντασμάτων», εργαζομένων πιο πέρα από το περιθώριο, χαρίζοντας στο συγγραφικό δίδυμο, το βραβείο σεναρίου, στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Μια νοσοκόμα (Αγγελική Παπούλια), ένας τραυματιοφορέας (Άρης Σερβετάλης), μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής (Αριάν Λαμπέντ) κι ο προπονητή της (Τζόνι Βεκρής), δημιουργούν μια ομάδα. Αντικαθιστούν νεκρούς ανθρώπους. Προσλαμβάνονται από τους φίλους και τους συγγενείς των νεκρών. Η ομάδα ονομάζεται Άλπεις και ο αρχηγός της, ο τραυματιοφορέας, ονομάζεται Mont Blanc. Τα μέλη της ομάδας είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν σύμφωνα με κάποιους κανόνες που έχει ορίσει ο αρχηγός. Η νοσοκόμα δεν υπακούει αυτούς τους κανόνες.

Ξανά στο προσκήνιο βρίσκονται ακραία ηθικά διλήμματα, η βία είναι υπαρκτή, με μια διαφορετική εδώ μορφή, οι διάλογοι είναι ξανά εσκεμμένα ελλειπτικοί, οι πληροφορίες που δίνονται στον θεατή είναι με το σταγονόμετρο, κυριαρχεί μια συναισθηματική στάση, από-ενοχοποίησης  και  κατανόησης των ανθρωπίνων πράξεων. Ο Λάνθιμος στόχευε επίσης, να αναδείξει την κενότητα των συναισθημάτων, που παρατηρείται στις μέρες μας και τους ανθρώπους να λειτουργούν ως μηχανές, διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις για την αφηγηματική του δομή.

Επόμενα σχέδια

Rachel-Weisz-Yorgos-Lanthimos-TIFF

Ενώ ο « Αστακός» ξεκίνησε να προβάλλεται στους κινηματογράφους της Αγγλίας, άμεσα και στην Ελλάδα, ο Γιώργος Λάνθιμος, είναι έτοιμος να ξεκινήσει νέα γυρίσματα, συνεχίζοντας να επιλέγει ηθοποιούς  από την αφρόκρεμα του παγκόσμιου σινεμά (Ρέιτσελ Βάις ,  Έμα Στόουν, Ολίβια Κόλμαν), για το “The Favourite”.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα  στα τέλη του 17ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 18ου , όταν η Βασίλισσα Άννα της Αγγλίας (Ολίβια Κόλμαν), η έμπιστη της Δούκισσα του Μάρλμπορο Σάρα (Ρέιτσελ Βάις) και μια φτωχή συγγενής της Σάρα που κερδίζει την εμπιστοσύνη της Βασίλισσας, η Αμπιγκάιλ Μασάμ(Έμα Στόουν), θα βρεθούν σε έναν άτυπο ανταγωνισμό μεταξύ τους, για το ποια θα πάρει τον έλεγχο και την ουσιαστική επιρροή, σε χρονική στιγμή όπου η πολιτική  κατάσταση στη χώρα βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού.

RELATED ARTICLES

Επικοινωνία
Γενικό e-mail επικοινωνίας screeneyefilm@gmail.com Για αποστολή δελτίων τύπου κινηματογραφικών εκδηλώσεων cine-events@screeneye.net
Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μαθένετε πρώτοι τα τελευταία νέα μας!

Back to Top